Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

Η οθόνη βουλιάζει, σαλεύει το πλήθος...

Η οθόνη βουλιάζει, σαλεύει το πλήθος, εικόνες ξεχύνονται μεμιάς... Χίλιες εικόνες, μάτια κλαμένα μα πεισματικά ανοιχτά, πρόσωπα βαμμένα λευκά με το αίμα τραγική αντίθεση. Διαδηλωτές, πανό, αστυνομικοί, φρουροί, φυτευτοί και εγκάθετοι μαζί με μια απελπισία, μια απόγνωση σε όλο αυτό. Ένας λαός έξω στο δρόμο. Τι πιο γενναίο; Τι πιο όμορφο; Ένας λαός στα όρια της απόγνωσης. Τι πιο λυπηρό; Τι πιο άσχημο; Ένας (ακόμα) άνθρωπος νεκρός, με παιδιά, με οικογένεια, με όνειρα και δίχως δουλειά. Είναι απαίσιο το συναίσθημα να μη μπορείς να προσφέρεις στην οικογένεια σου... Το έχω ζήσει και το κατανοώ, το νιώθω... Μέσα σε λίγα χρόνια έχουμε χάσει τόσους ανθρώπους, μικρούς, μεγάλους, από οικογένειες και με οικογένειες δικές τους. Άδικα, από αδέσποτες σφαίρες, από χημικά, εγκλωβισμένους σε κτίρια να ασφυκτιούν σαν τα ποντίκια και πόσα ακόμα.

Θλίβομαι για τους ανθρώπους που φεύγουν γιατί δε μένει κάτι άλλο που έχει νόημα για να λυπηθεί κανείς. Δε θλίβομαι για την οικονομική κατάσταση, δε θλίβομαι για την αστυνομική βία, για το άσκοπο των θυσιών που κάνουμε όλοι μας, για νέους ανθρώπους που δε μπορούν να δουλέψουν δε θλίβομαι. Αγανακτώ, απορώ, αναρωτιέμαι τι μπορεί να ακολουθήσει και απελπίζομαι. Είμαι κοντά και μακριά, αποκλεισμένος σε μια γωνιά, λίγα μέτρα από όλα αυτά. Δίχως τηλεόραση, γιατί δε μπορώ να τα κοιτάζω πια, δίχως φωνές παρά μόνο όσες μπορούν και μπαίνουν από το τζάμι που άφησα επίτηδες μια χαραμάδα ανοιχτό. Έχω πει στον εαυτό μου, πολύ πριν ξεκινήσουν όλα δαύτα, ότι δεν πρέπει να λιγοψυχήσει κανείς μας. Το πιστεύω και το στηρίζω ακόμα. Καρφώνω το βλέμμα μου εκεί, όπως έκανα αρκετό καιρό και γι' αυτό το ξέρω καλά, και δε μορφάζω καθόλου. Μένω ακίνητος, ανέκφραστος και προσπαθώ να δείξω έτσι, πόσο μπορούμε να το ξεπεράσουμε όλο αυτό. Μα έρχονται ώρες που μέσα στη σιωπή, εκεί στην πλήρη ακινησία, αναρωτιέμαι τι κάνω εδώ...

Και όλες οι αντένες μιας γης χτυπημένης μεγάφωνα και ασύρματοι από παντού γλυκά σε νανουρίζουν κι εσύ ανεβαίνεις σιγά, στους βασιλιάδες τ'ουρανού... Είμαστε πολλοί στο ίδιο καζάνι που η μοίρα μας έφερε να μην έχουμε τα εφόδια για να ζήσουμε τα όνειρα που μας φυτέψατε στο κεφάλι. Δεν έχουμε τα λεφτά, κι ας τα αγνοούμε επιδεικτικά όταν μαζευόμαστε όπου να ναι με μια μπύρα στο χέρι και παρέα. Δεν έχουμε όση γνώση θα έπρεπε, κι ας βρίσκουμε τρόπους να γινόμαστε εξυπνότεροι και να πηγαίνουμε μπροστά. Δεν έχουμε πολιτισμό μέσα μας ούτε γύρω μας, γι' αυτό δε βρίσκουμε ταυτότητες. Μα για ποια όνειρα σκάμε; Είναι αυτά που πραγματικά αξίζουν; Ίσως πρέπει να κοιτάξουμε καλά πλέον τι σκατά όνειρα είναι όλα αυτά. Γιατί τα περισσότερα δεν αξίζει όχι μόνο να τα ζεις, αλλά ούτε να τα σκέφτεσαι... Ίσως και γι' αυτό ακόμα πρέπει να δούμε καλά μέσα μας. Να αρχίσουμε να απομυθοποιούμε τα όνειρα που μας "φύτεψαν", ή αντίθετα, να τα σεβόμαστε περισσότερο για αυτό που είναι.

Είναι πολλοί εκείνοι που δε μπορούν να μας βοηθήσουν να ζήσουμε τα όνειρα που τους βάλατε στο κεφάλι τους για μας... Είναι οι γονείς μας που είδαν να γεννάνε επιστήμονες με κόπους και φροντιστήρια χρόνων και στερήσεις, απλά για να τους έχουν να περιφέρονται για απασχόληση άσκοπα και μάταια. Είναι κάτι παππούδες ξεχασμένοι σε χωριά που στέλνουν το κάτι σαν βοήθημα και που μέχρι πρόσφατα αισθανόντουσαν ότι έκαναν κάτι. Λίγο πριν μπει στο κεφάλι τους (ξανά) ο αγώνας για επιβίωση και το άγχος. Δε μπορώ να έχω κανένα σεβασμό για μια κοινωνία που δε φροντίζει τους ηλικιωμένους της, πραγματικά κανένα! Μπερδεμένα όλα, όπως ακριβώς τα γράφω, έτσι νομίζω πως είναι στο κεφάλι του καθενός. Και κάπου εκεί απλά έρχονται μερικά τραγούδια, όσο σχετικά ή άσχετα με όλο αυτό να σε ρίξουν ακόμα παρακάτω και να σκύβεις το κεφάλι αναζητώντας το γιατί... Μερικά τραγούδια που σε τραβάνε πάνω από το Σύνταγμα, έξω από τις φωνές και το χαμό και σε αφήνουν μετέωρο να χαζεύεις το πλήθος που αλληλοσπαράζεται, τους ένστολους φρουρούς μιας κατά φαντασίαν δημοκρατίας, τις φωτιές και τα πτώματα. Απλά για να αναρωτηθείς τι κάνεις μέσα σε όλο αυτό...

Ποιος στ' αλήθεια είμαι εγώ, και που πάω, με χίλιες δυο εικόνες στο μυαλό... Προβολείς με στραβώνουν και πάω και γονατίζω και το χώμα σου φιλώ...

Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

Με καφέ και τσιγάρο...

Μια που έχω πολύ καιρό να γράψω σε τούτο εδώ, ορίστε η διεύθυνση της σελίδας όπου εκτονώνομαι κυρίως...

Με καφέ και τσιγάρο...

http://mekafekaitsigaro.jimdo.com

Καλή ανάγνωση και αντάμωση!

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

Μνημείο Αγνώστου Έλληνα...

Υπηρέτησα στην Προεδρική Φρουρά, ναι. Όχι πολλά χρόνια πριν, 3-4 πάνω κάτω. Δε δηλώνω εθνικόφρων ή ιδιαίτερα τρελαμένος με την έννοια της πατρίδας όπως κάποιοι την εμπορεύονται και την φοράνε στο στήθος, στην συνείδηση ή την κολλάνε αυτοκόλλητο στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου τους. Δε βγαίνω στο δρόμο να δέρνω στο όνομα της, ούτε μισώ κάθε μετανάστη που βλέπω στο δρόμο, κ.ο.κ. Και το ξεκαθαρίζω αυτό γιατί φοβάμαι ότι στο τέλος αυτού του κειμένου, πολλοί θα σπεύσουν να το ακυρώσουν επικαλούμενοι κάποιον κρυμμένο εθνικισμό, ρατσισμό, ή ότι άλλο... Δυστυχώς, δεν είναι έτσι.

Το συναίσθημα μου για τις τελευταίες εξελίξεις, για τα γεγονότα στο κέντρο της Αθήνας, την οικονομική κατάσταση, τα αδιέξοδα, την χρεωκοπία και όλα τα υπόλοιπα, θα έλεγα ότι συγκλίνει με αυτό του μέσου Έλληνα. Δεν έχω κάποια απίστευτα έξυπνη ατάκα να προσφέρω στην "επανάσταση", δεν έχω ρηξικέλευθες προτάσεις για την έξοδο από την κρίση, δεν έχω κανένα μαγικό ματζούνι ρε αδερφέ... Δεν έχω καμία ρίζα από κάποιο μαγικό φυτό των Ιμαλαΐων ούτε νερό με όζον να σου δώσω για να την παλέψεις!

Τι έχω; Έχω αγανάκτηση για το αδιέξοδο, έχω θυμό για όλους μας και όλους σας, έχω απορίες για τα χρόνια που δεν ήμουν τριγύρω να τα ζήσω. Έχω ερωτήσεις για μια γενιά που κατάφερε να γεννηθεί μέσα στο Πολυτεχνείο, να γαλουχηθεί με αυτό (και καλά) και μετά γέννησε με τη σειρά της παιδιά που προσπάθησε να τα βολέψει σε θέσεις και να τα κάνει λίγο ή πολύ εικόνα και ομοίωση αυτών που ήταν έξω από τις πόρτες του Πολυτεχνείου. Κρατούντες, δικτάτορες και καταπιεστές, στη ζωή τους, στη δουλειά τους, παντού. Αυτά τα σκατά πληρώνουμε. Έχω και ελπίδα όμως. Έχω ελπίδα στον Έλληνα, σε αυτό το κύτταρο που αν με ρωτάτε δε πιστεύω ότι υπάρχει στ' αλήθεια. Το θέμα όμως εδώ είναι ότι το πιστεύει ο μέσος Έλληνας ότι το έχει και κατά συνέπεια, δε θα μου έκανε εντύπωση αν το έβγαζε προς τα έξω. Άλλωστε, καμιά φορά φτάνει να το πιστέψεις. Ακόμα κι αν είσαι ο ίδιος ο φονιάς, ο ίδιος ο ληστής, ο ίδιος ο απατεώνας, ίσως πιστέψεις και γίνεις ο ίδιος ο τιμωρός, ο λυτρωτής και ο ήρωας. Δε ξέρω...

Έχω και ένα άλλοθι και μια μεγαλύτερη ευκολία να σχολιάζω αυτά, γιατί δεν έχω (ακόμα) παιδιά, σκυλιά, δάνεια και άλλα. Και έτσι, σκέφτομαι καμιά φορά ότι ίσως να είμαι λίγο αυστηρός με όλα αυτά, ίσως να μην δικαιούμαι "δια να ομιλώ", όσο κάποιοι άλλοι που πρέπει να φέρουν φαγητό στο τραπέζι, να πληρώσουν φροντιστήρια, να πληρώσουν ρούχα, κλπ. Ναι, μπορεί... Αλλά είναι σίγουρο ότι με αφορά στον ίδιο βαθμό όλο αυτό, γιατί λίγα χρόνια πάνω, λίγα κάτω, είμαι στο ηλικιακό κέντρο των ανθρώπων που θα πρέπει να βάλουν πλάτη ή να στήσουν "πισινό" για να αλλάξει κάτι σε αυτή την κατάσταση. Είμαι και μέσα σε αυτούς που θα πληρώσουν τα σπασμένα, με φόρους, έκτακτες εισφορές και λοιπά...

Αλλά για αλλού ξεκίνησα και αλλού έφτασα... Υπηρέτησα λοιπόν στην Προεδρική Φρουρά και πέρασα 131 ώρες της ζωής μου, ακίνητος, μπροστά από το κοινοβούλιο, και άλλες 29 πίσω στην Ηρώδου Αττικού. 160 ώρες ακινησίας. Το οποίο από μόνο του δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση μετάλλιο ανδρείας, ούτε παράσημο, ούτε τίποτα. Τα πόδια μας και τις μέσες μας χαλάγαμε και κάναμε τη θητεία μας, ίσως με λίγες πιο "ιδιαίτερες" ταλαιπωρίες από άλλους στρατευμένους, αλλά κοντά στο σπίτι μας (οι περισσότεροι). Τι να πουν και άλλοι στον Έβρο και μακρύτερα θα πουν κάποιοι. Σύμφωνοι, μα το θέμα εδώ δεν είναι η σύγκριση. Είναι περισσότερο όλος ο συμβολισμός που αυτή η μορφή ενός Εύζωνα αποκτά σε στιγμές σαν αυτή που περνά η χώρα τελευταία. Και έτσι φτάνω σε αυτό που μου συνέβη εχθές το βράδυ. Χθες, από ότι έμαθα όταν έφτασα εκεί, ήταν η πρώτη φορά που άνοιξε η πλατεία του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη στον κόσμο. Η πρώτη φορά μετά την αρχή των κινητοποιήσεων που βγήκαν οι μπάρες και ο κόσμος πλησίασε τους Εύζωνες. Τυχαία εντελώς, βρέθηκα στο μνημείο κάποια ώρα το βράδυ πριν την αλλαγή των σκοπών και του παρατηρητή.

Ο κόσμος ήταν διασκορπισμένος στην πλατεία, άλλοι συζητούσαν, άλλοι κοίταζαν προς τη Βουλή, άλλοι προς τους Τσολιάδες, άλλοι καθόντουσαν απλά στα σκαλιά της πλατείας ή μέσα στο δρόμο και συζητούσαν. Αρκετά συνηθισμένο θέαμα σκέφτηκα, αν και γενικά με παραξένεψε το γεγονός ότι κατά κάποιο τρόπο, οι ομάδες που φώναζαν συνθήματα ή μούτζωναν προς τη Βουλή, δε το έκαναν μπροστά από το μνημείο, αλλά πέρα, από το δρόμο, μακριά από τους Τσολιάδες. Μπορεί να έτυχε, σκέφτηκα. Το παράδοξο και το απροσδόκητο για μένα, συνέβη μόλις ήρθε η αλλαγή. Ο κόσμος μαζεύτηκε μεμιάς μπροστά στο μνημείο, οι παρέες σταμάτησαν τις κουβέντες και τώρα, ο μεγάλος όγκος του κόσμου ήταν μπροστά από το μνημείο και περίμενε την αλλαγή. Και έτσι, αυθόρμητα περισσότερο και χωρίς καμία ντουντούκα, άρχισαν όλοι να τραγουδούν τον Εθνικό Ύμνο και να φωνάζουν στους Τσολιάδες. "Μπράβο παλικάρια", "Για την Ελλάδα ρε γαμώτο" και άλλα τόσα, που μένει στον καθένα να τα κρίνει ως αντιδράσεις, αλλά που τελικά ήταν ένας παλμός του κόσμου. Που ήταν απλά εκεί. Χωρίς κόμματα, χωρίς σχέδιο, πλάνο και ατζέντα.

"Μπράβο παλικάρια" είπε μια κυρία γύρω στα πενήντα και χειροκρότησε μόνη της, λίγη ώρα αφού ο Εθνικός Ύμνος έσβησε από τα αυτιά μας και οι Τσολιάδες έκαναν την αλλαγή τους. Τελείωσε τη φράση της και σκούπισε τα δάκρυα της. Αυτό μόνο. Έτσι απλά. Οι παλιοί σκοποί κατέβηκαν από το μνημείο, η αλλαγή ξεκίνησε να φύγει και όλοι ξέσπασαν πάλι σε χειροκροτήματα. Το ίδιο έγινε και 2-3 λεπτά αργότερα όταν οι νέοι σκοποί κατέβηκαν και πήραν θέση στις σκοπιές τους. Δε νομίζω ότι θα μπορούσε κανείς επαρκώς ή αμερόληπτα να εξηγήσει όλο αυτό. Δεν είμαι και σίγουρος πόσο μέσα θα έπεφτε. Με αυτό κατά νου, αναρωτιέμαι. Τι μπορεί τελικά να δει κανείς σε έναν Τσολιά και να αντιδράσει έτσι; Μπορεί να δει την πατρίδα; Την έννοια της πατρίδας όπως την αντιλαμβάνονται οι φανατικοί των εμβλημάτων, των στολών και των πολέμων; Την πατρίδα του 1821; Του 1940; Μα αυτά είναι τα παιδιά του 80, του 85, του 90. Τα παιδιά που κοιτάνε να μπουν στο δημόσιο και να βολευτούν.. Είναι αυτοί; Αλλάζει κάτι επειδή είναι 1.90+ και ντυμένοι με τις στολές των προ-προ-πάππων τους; Ίσως να μην αλλάζει, ίσως να είναι τα ίδια λαμόγια που μας έφεραν σε αυτή την κατάσταση. Ίσως να είναι όπως εγώ και συ...

Αυτό που για μένα έχει σημασία είναι ότι μιλάμε για κάποια παιδιά από 20 έως 30 χρονών πάνω κάτω, που στέκονται εκεί σε πείσμα μιας εποχής που τρέχει, σκοτώνει και σκοτώνεται και ψάχνει να δικάσει εκ των υστέρων. Στέκονται εκεί, πειθαρχημένοι και σίγουροι οι περισσότεροι για αυτό που κάνουν, περισσότερο πειθαρχημένοι από όλους εμάς τους υπόλοιπους. Φυλάνε από το πρωί ως το βράδυ, κλαίνε και αυτοί από τα δακρυγόνα, δεν έχουν μάσκες και δε μπορούν να σκουπίσουν τα μάτια τους. Κι ας μην είναι οι σωτήρες του έθνους, κι ας είναι για άλλους κατάλοιπα άλλων εποχών κι ας έρχονται όσοι θέλουν να καταδικάσουν το στρατό (ούτε εγώ πιστεύω ότι χρειαζόμαστε στρατούς). Οι Τσολιάδες είναι εκεί και αποτελούν για κάποιους ανθρώπους έμπνευση, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, καλώς ή κακώς. Ίσως αυτό να είναι αρκετό, ίσως να είναι μια αρχή για τώρα.

ΥΓ: Μαντεύω πως τις επόμενες μέρες, κάποιος Υπουργός, όπως πάντα, θα πάει μέσα στο στρατόπεδο να τους συγχαρεί για την αντρεία τους... Βλακείες... Παπαριές... Ότι επιβράβευση χρειάζονται, την παίρνουν με το παραπάνω από όλους αυτούς που τους κάνουν παρέα κάθε βράδυ στο Σύνταγμα.