Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

Υπάρχουμε κι εμείς...

Υπάρχουμε κι εμείς. Ή σε μια έκδοση περισσότερο "καθομιλουμένη", είμαστε κι εμείς εδώ αδερφέ! Η φράση παίζει ξανά και ξανά μέσα στο κεφάλι μου τα τελευταία 24ωρα. Είμαστε κι εμείς εδώ ρε γαμώτο. Σκέφτομαι και αναφέρομαι περιοριζόμενος στη χώρα μου και σε όσα βλέπω γύρω μου με όση περισσότερη βεβαιότητα γίνεται να έχω. 

Υπάρχουν αυτοί που χρόνια τώρα πουλάνε εκδούλευση και τρέχουν σε ομιλίες, σεμινάρια, διαδηλώσεις και άλλες παρόμοιες εκδηλώσεις, για να καταγράψουν χιλιόμετρα. Χιλιόμετρα κομματικά ή όχι. Χιλιόμετρα που στο ταμείο εξαργυρώνονται με κάποια θέση ή κάποια δουλειά. Είναι όλοι αυτοί που όταν εμείς πηγαίναμε και παίζαμε μπάλα ή βλέπαμε καμία ταινία και κανένα θέατρο, στριμώχνονταν στις πίσω θέσεις μιας αίθουσας με σημαντικούς τύπους και φίλαγαν κατουρημένες ποδιές, ή έγλυφαν κώλους. Έτσι απλά. Είναι μπλε, πράσινοι και εσχάτως κόκκινοι. Και τελικά είναι όλοι το ίδιο ανίκανοι και βαθιά επιζήμιοι. 

Υπάρχουν και εκείνοι που πάτησαν επί πτωμάτων. Εκείνοι που θυσίασαν χρόνο αλλά περισσότερο ανθρωπιά και καταπιάστηκαν με ασχολίες που εν γνώση τους ήταν επιζήμιες για συνανθρώπους τους. Εκείνοι που πούλησαν κρέμες, μετά χρυσό, μετά πετρέλαιο και πάει λέγοντας, γεμίζοντας άπειρες πυραμίδες ή ανεστραμμένες πυραμίδες με κορόιδα που είχαν λεφτά για χάλασμα, κυνηγώντας το όνειρο του εύκολου χρήματος. Είναι αυτοί που δεν έχουν κανέναν ηθικό φραγμό και που κοιμούνται πιο ελαφρά κι από τη μητέρα Τερέζα κάθε βράδυ.

Υπάρχουν και κάποιοι ακόμα που εκτοξεύθηκαν αναμενόμενα, προδιαγεγραμμένα σχεδόν. Εκείνοι που είχαν την τύχη, τα μέσα αλλά και σε συνδυασμό την ικανότητα, να ξεφύγουν νωρίς. Να πάνε σε πανεπιστήμια μεγάλα, μεγαλύτερα κι από τους ίδιους. Είτε εντός είτε εκτός της χώρας. Και με τα χαρτιά αυτά, ακολούθησαν καριέρες έξω, αλλού. Ή γύρισαν/έμειναν εδώ πουλώντας τα χαρτιά τους έναντι ενός αντιτίμου σοβαρού που τους επιτρέπει να ζουν άνετα. Και που αν τους ρωτήσεις, δε θα σου πουν ποτέ ότι τα λεφτά που έβαλαν στις σπουδές τους δε θα τα πάρουν ποτέ πίσω. Γιατί αυτό δεν ήταν ποτέ ο σκοπός. Τα λεφτά μπήκαν (μοναχά τους θαρρείς, αλλά μπήκαν). 

Υπάρχουν και εκείνοι που απλά υπάρχουν. Που σηκώνονται το πρωί, κάνουν τη δουλειά και μετά συνεχίζουν σε οικογένειες, φίλους, παρέες και γκόμενες, χωρίς πολλή σκέψη. Είναι εκείνοι που παίζουν με το χαρτί που τους δόθηκε, χωρίς μπλόφες, χωρίς κόλπα και τεχνικές. Θα παίξουν το χαρτί που έχουν όσο πιο καλά μπορούν και στο τέλος της παρτίδας απλά θα σηκωθούν από το τραπέζι ανέκφραστοι. Ίσως έχουν υπάρξει στις παραπάνω κατηγορίες για κάποιο διάστημα και μετά ποιος ξέρει, κάηκαν; Ίσως. Ίσως και να έχουν βρει τον τρόπο να περνάνε μέσα από όλο αυτό χωρίς άγχος.

Και μετά, υπάρχουμε κι εμείς. Εμείς που κατά τεκμήριο είμαστε οι καλύτεροι από όλους τους παραπάνω. Όχι. Δεν είναι τέτοιο το κείμενο. Εμείς άλλωστε δεν είμαστε των άκρων, οπότε δε μπορούμε να είμαστε οι καλύτεροι αλλά ούτε και οι χειρότεροι. Εμείς είμαστε ο μέσος όρος. Αυτός ο μέσος όρος που πουθενά δεν εκφράζεται. Σα την κοινή λογική ένα πράμα, που ποτέ δεν πρυτανεύει. Όχι όμως, δεν είμαστε η κοινή λογική. Είμαστε απλά η κοινή συνισταμένη. 

Υπάρχουμε κι εμείς που δεν είχαμε ούτε μπάρμπα στην Κορώνη, ούτε τίποτα ιδιαίτερα λεφτά από την οικογένεια. Εμείς που δεν είμαστε τέρατα ευφυίας αλλά δε μας λες και βλάκες. Που πήραμε 1-2 πτυχία στο όριο και σε σχολές της σειράς. Εμείς που δεν είμαστε ούτε οσφυοκάμπτες που έλεγε ο Σπύρος Παπαδόπουλος στο Εκμεκ Παγωτό κάποτε. Που δεν πήραμε κανέναν μαλάκα από πίσω για να μας βάλει μετά στη θεσούλα. Εμείς που δε μπορούμε γενικά να κάνουμε κακό στον κόσμο και να εξαπατούμε και να είμαστε ΟΚ με αυτό. Εμείς που έχουμε έστω και λίγο τσίπα. Λίγο. Εμείς που μαζί με όλα τα καλά ένστικτα έχουμε και μερικά κακά βέβαια. 

Εμείς που χαιρόμαστε λίγο όταν οι βλάκες την πληρώνουν, όταν οι ανίκανοι χάνουν και καμία θέση ή όταν οι κλέφτες μπαίνουν φυλακή (στη χάση και στη φέξη). Εμείς που ελπίζουμε κάποια μέρα οι ηλίθιοι να γίνουν είδος υπό εξαφάνιση. Κι όπως υπάρχουμε και είμαστε γύρω τριγύρω, αναρωτιόμαστε και αναρωτιέμαι, πότε ακριβώς (εμείς που προσπαθούμε να τσεκάρουμε όλα τα κουτάκια στην λίστα του "καλού ανθρώπου"), θα έρθει και η δική μας η σειρά. Πότε θα έρθει η σειρά μας να δικαιωθούμε. Ίσως να είναι μετά τους γλύφτες, τους ψεύτες και τους κλέφτες, μετά τους έχοντες και τους κατέχοντες και σίγουρα μετά τους ηλίθιους. Ίσως γι' αυτό να αργεί. 


Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015

Σαν το μετανάστη...

Βρέθηκα αυτό το καλοκαίρι για διακοπές στη Λέσβο. Εκεί που πριν 8 χρόνια, πέρασα ένα μέρος της στρατιωτικής μου θητείας. Με πολλές καλές αναμνήσεις, κυρίως γιατί τότε όπως και τώρα, είχα κοντά μου έναν φίλο και αδερφό, ντόπιο, που με βοήθησε όσο κανείς. Κι αν η προηγούμενη επίσκεψη μου ήταν ευχάριστη, αυτή τη φορά είχα πολλούς λόγους για να αισθάνομαι περίεργα, άβολα και στενάχωρα. Για την ακρίβεια, περίπου 10.000 λόγους. 

Τόσοι ήταν περίπου, οι μετανάστες, Σύριοι, Πακιστανοί και λοιποί, που στοιβάχτηκαν πάνω στο νησί, τόσο απότομα που νόμιζες πως βούλιαξε λιγάκι από το βάρος. Το βάρος του πόνου και όχι των ανθρώπων φυσικά, που είναι πάντα καλοδεχούμενοι. Σκεφτόμουν ότι ίσως για αυτό το λόγο η θάλασσα στην Ερεσό ανέβηκε μερικά μέτρα, μικραίνοντας την παραλία αισθητά, γιατί ακόμα και το νησί, ανάποδα στους νόμους της γεωλογίας, αποφάσισε να βουλιάξει λίγο κάτω από το βάρος όλων αυτών.

Όλοι ετούτοι, διάλεγαν το Μόλυβο, τη Συκαμινιά και την Πέτρα, περισσότερο γιατί η απόσταση από την Τουρκία μέχρι εκεί, ήταν πολύ μικρή. Τόσο μικρή που ο δουλέμπορος, τους έβαζε μέσα σε μια μεγάλη μαύρη φουσκωτή βάρκα τους φόραγε από ένα γιλέκο σωσίβιο (ή κουλούρα αν δεν υπήρχε άλλο) και τους έστελνε να πάνε απέναντι, στοχεύοντας τα φώτα της απέναντι παραλίας. Το λιμενικό, ακόμα κι αν τους έβλεπε, με την απειλή ότι θα σκίσουν τη βάρκα και θα πρέπει να τους μαζέψει εκείνο, δε μπορούσε να κάνει τίποτα παρά μόνο να τους συνοδεύσει μέχρι την ακτή για ασφάλεια. Φτάνοντας εκεί, τα σωσίβια έβγαιναν και αφήνονταν όλα τακτοποιημένα στην παραλία, όπου ο καλοθελητής Έλληνας τα μάζευε, είτε για να τα κρατήσει για πάρτη του (μη με ρωτάτε τι θα τα κάνει, κι εγώ απορώ), είτε για να τα πουλήσει και πάλι στον Τούρκο δουλέμπορο, πηγαίνοντας μέχρι τα όρια των χωρικών υδάτων, για να φορεθούν από τους επόμενους...!   

Οι άρτι αφιχθέντες πρόσφυγες, μαζεύονταν σε κάποια σημεία που είχε λίγο νερό και σκιά, πριν ξεκινήσουν ομάδες ομάδες, για να περπατήσουν τα 40-50-60 χλμ μέχρι την πόλη της Μυτιλήνης. Πόσο είναι αυτό σε ώρα; Αν υπολογίσετε ένα μέσο ρυθμό βαδίσματος τα 5 χιλιόμετρα την ώρα, τότε μιλάμε για  8-10-12 ώρες χωρίς τις στάσεις, για να φτάσει κάποιος στην Μυτιλήνη. Μέσα στον ήλιο και τη ζέστη, αφού οι πορείες αυτές γίνονταν στο διάστημα από τις εννιά ή δέκα το πρωί μέχρι το απόγευμα. Χωρίς νερό για πολλά χιλιόμετρα και με τον κίνδυνο να τους πατήσει και κανένα αμάξι έτσι όπως περπατούσαν στα όρια της ασφάλτου και πετάγονταν πίσω από θάμνους και δέντρα.  

Ψυχές ταλαιπωρημένες μα και ανακουφισμένες. Άνθρωποι όλων των ηλικιών, μα περισσότερο θαρρώ έφηβοι. Έφηβοι γελαστοί και αισιόδοξοι, έστω και μακριά από το σπίτι τους, με έναν πόλεμο στην πλάτη και στον ορίζοντα τους, την αισιοδοξία του καλύτερου. Παιδιά που άμα τα έπαιρνες από τους επαρχιακούς δρόμους που περπατούσαν ώρες ατελείωτες σε γραμμή, ή δίπλα δίπλα, και τα έβαζες στο κέντρο της Αθήνας, θα νόμιζες από το βλέμμα και τα χαμόγελα τους, ότι πρόκειται για κάποια εκπαιδευτική εκδρομή από άλλη χώρα. Εμείς τους κοιτούσαμε στεναχωρημένοι και αμήχανοι και εκείνοι είχαν ένα βλέμμα που σου έδειχνε ότι δε χωρούσε καμία λύπηση στην κουβέντα, παρά μόνο αλληλεγγύη και βοήθεια. Ένα μπουκάλι νερό, ένα χαμόγελο, ένα νεύμα ή ένας χαιρετισμός. 

Και μέσα σε αυτούς, άλλες τόσες οικογένειες. Πατεράδες και μανάδες με δύο βρέφη στην αγκαλιά, ή με παιδιά πολύ μικρά για να αντέξουν αυτές τις αποστάσεις σε αυτές τις θερμοκρασίες. Μοιραία λοιπόν, το παιδί ήταν στην αγκαλιά του γονέα και στην ασφάλεια της αποκοιμώταν εξουθενωμένο από την ταλαιπωρία. Και ανάθεμα με, κοιμόντουσαν όλα τόσο αφημένα, με το κεφάλι να κρέμεται προς τα πίσω, που μέσα στον παραλογισμό των ημερών, έκανες τη μακάβρια σκέψη ότι οι γονείς τους τα κουβαλούσαν άψυχα κάτω από τον καυτό ήλιο. Αυτοί ήταν διαφορετικοί από τους έφηβους. Οι γονείς είχαν μια ανησυχία και μια εγρήγορση στο βλέμμα τους. Δεν ήταν μόνοι τους, δεν είχαν την άγνοια του κινδύνου, αλλά την πλήρη επίγνωση της ανάγκης για προστασία του παιδιού τους. 

Και άλλοι πολλοί, όλοι με ένα σακίδιο στην πλάτη στην καλύτερη περίπτωση ή και χωρίς αυτό, ταξιδεύοντας όσο πιο ελαφριά γίνεται, αφού φαντάζομαι ότι οι δουλέμποροι από την άλλη μεριά δεν τους έδιναν τη δυνατότητα έξτρα αποσκευής με λίγα παραπάνω ευρώ, όπως κάνουν οι αεροπορικές. Μια τσαντούλα με τα απαραίτητα ρούχα, άντε και ένα δεύτερο ζευγάρι παπούτσια και με όσα χρήματα μπορούσαν να έχουν μαζί τους με ασφάλεια, υπολογισμένα μέχρι το ευρώ, για να τους φτάσουν εκεί που θέλανε να πάνε. 

Υπολογισμένα μέχρι να συναντήσουν τον απατεώνα που σε κατάστημα της προκυμαίας, έβαλε τα πολύμπριζα στη σειρά τους χρέωνε 5 ευρώ (!) την κάθε φόρτιση για το κινητό τους! Ναι, ακριβώς έτσι έγινε. Υπολογισμένα μέχρι να βρουν τον Ελληνάρα πρατηριούχο που έβγαζε κράχτη στον κεντρικό δρόμο ο οποίος κουνούσε μια σκηνή πέρα δώθε, και την πουλούσε έναντι 35 ευρώ τη μια! Υπολογισμένα μέχρι να αράξει μπροστά τους ο γύφτος με το Datsun και να τους ζητήσει 50 ευρώ το κεφάλι για να τους πάει από τον Μόλυβο μέχρι το λιμάνι. Και πόσα άλλα. Η οργή και ο θυμός για την εκμετάλλευση αυτή πραγματικά περισσεύει, αλλά δεν είναι ίσως της ώρας για να αναθεματίσει κανείς. Έχω την ελπίδα ότι όποιος Θεός υπάρχει, θα τους το πληρώσει διπλό το κακό που έκαναν και ότι τα λεφτά που μάζεψαν από τον πόνο του άλλου, θα τα φάνε αλλού...      

Μερικά στρατόπεδα έκλεισαν και έγιναν στρατόπεδα συγκέντρωσης, με ψηλούς φράχτες και container, αλλά τουλάχιστον κάποια στιγμή άνοιξαν οι πόρτες τους και έτσι οι άνθρωποι μπόρεσαν να βγουν και να περπατήσουν ελεύθερα έξω. Η εικόνα και μόνο αυτών των στρατοπέδων, μου έφερε στη μνήμη σκηνές από πολεμικές ταινίες που περιέγραφαν παγκόσμιους πολέμους. Κοντά σε αυτά και οι αθάνατοι Έλληνες που έστησαν τις καντίνες τους στα πέριξ αυτών των χώρων και πουλούσαν φαγητό στον κόσμο, κάνοντας καλύτερες εισπράξεις από καντίνα μέσα σε ποδοσφαιρικό γήπεδο. Τουλάχιστον, αν το αντίτιμο ήταν το σωστό, αυτοί οι άνθρωποι, ακόμα κι αν κερδοσκοπούν πάνω στην ανάγκη, πρόσφεραν μια λύση, λίγο φαγητό. Αυτούς βεβαίως δε τους κυνήγησε κανείς, γιατί τους άλλους που προσπάθησαν χωρίς αντίτιμο να πάρουν μετανάστες και να τους κατεβάσουν στην πόλη για να απογραφούν, με τα πολιτικά τους αυτοκίνητα, τους πέρασαν αυτόφωρο...!

Τα ακριτικά νησιά μας, δε μπορούν να "αντέξουν" αυτό το κύμα μεταναστών. Δε μπορούν καν να λειτουργήσουν ως "καλοί αγωγοί" αυτών των περίπου 2.000.000 ανθρώπων που πέρασαν ή πρόκειται να περάσουν. Ακόμα κι αν κάποια όπως η Λέσβος είναι μεγάλα και περισσότερο οργανωμένα. Ακόμα και έτσι, είναι πολύ δύσκολο. Αλλά, όπως και να έχει, κατά πάσα πιθανότητα όλο αυτό είναι αναπόφευκτο. Κι έτσι, μέσα σε όλο αυτό, καλούμαστε όλοι μας σε όλη την Ελλάδα, να βοηθήσουμε με όποιο τρόπο γίνεται ώστε αυτοί οι άνθρωποι να περάσουν και να πάνε εκεί που θέλουν. Μην ανησυχείτε, δε ζήλεψαν τον ήλιο και τα νησιά. Δε θέλουν να μείνουν εδώ, κι αυτό μάλλον θα πρέπει να μας προβληματίζει και να μας στεναχωρεί, παρά να μας ανακουφίζει. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι εγκληματίες και δολοφόνοι. Είναι ελάχιστοι όσοι παρανομούν. Είναι άνθρωποι σαν όλους μας, που βρέθηκαν εκεί που το ίδιο εύκολα θα μπορούσαμε να είμαστε εμείς. 

Είναι ακόμα πιο δύσκολο σε τέτοιες ώρες εθνικής κρίσης να είναι κάποιος αλληλέγγυος με αυτούς τους ανθρώπους, μα νομίζω ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Προσωπικά, τις τελευταίες μέρες, περισσότερο σκέφτομαι αυτούς τους ανθρώπους παρά την φαρσοκωμωδία που παίζεται μπροστά στα μάτια μας. Θα πει κανείς ότι ίσως είναι πιο εύκολο να ασχολείσαι με προβλήματα άλλων παρά με τα δικά σου. Και σε κάτι τέτοιο βέβαια, θα μπορούσα να απαντήσω ότι αυτά είναι πραγματικά προβλήματα, ή τουλάχιστον πιο επείγοντα και βασικά. 

Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2015

Κοινωνικό-Πολιτικά Μέσα Δικτύωσης...

Κάθε αρθρογράφος, ξεκινώντας να γράψει κάτι, οτιδήποτε, έχει συνήθως μια χούφτα επιλογές για το πως θα χειριστεί το θέμα του. Τουλάχιστον όταν η πένα ή το πληκτρολόγιο είναι ελεύθερα και δεν "χορηγούνται" από κάπου. Μπορεί λοιπόν να πάει από τη μια ή την άλλη μεριά ενός ζητήματος ή μπορεί να το δει από ψηλά και να κρατήσει ουδέτερη στάση. Νομίζω πως κάπως έτσι ήταν κι αυτές οι μέρες στα κοινωνικά δίκτυα με το δημοψήφισμα. 

Κι αν θα μπορούσε κανείς να παρομοιάσει αυτή τη στάση του καθενός με κάτι, είναι λίγο σαν το λεωφορείο. Τα άκρα των απόψεων, είναι πάντα μπροστά, κοντά στον οδηγό. Είναι αυτοί που με το πρώτο φρενάρισμα σκάνε στο παρμπρίζ με τα μούτρα, γιατί είναι εκείνοι που εκτίθενται περισσότερο και που "ανοίγονται" πιο πολύ, διαλέγοντας ένα "στρατόπεδο" άποψης. Μετά, έχεις αυτούς που είναι στη μέση και κρατάνε μια μετριοπαθή/ειρηνική/δε τσακώνομαι με κανέναν στάση. Αυτοί που ότι και να γίνει, προλαβαίνουν στο απότομο φρενάρισμα και πιάνονται από τη χειρολαβή. Και μετά, έχεις αυτούς που είναι πίσω πίσω, που πιθανά δεν ασχολούνται καν όταν το κάθε ζήτημα είναι στα πάνω του, και βγαίνουν απλά μετά, εκ του ασφαλούς, έχοντας διαμορφώσει πια την επικρατούσα άποψη συνήθως. Και έτσι, είναι αυτοί που βγαίνουν στη στάση του λεωφορείου ατσαλάκωτοι.

Κάπως έτσι είναι και τα άρθρα ή τα ποσταρίσματα που διαβάζω αυτές τις μέρες. Κάποιοι σαν και μένα, λυσσάνε υπέρ του ΌΧΙ ή υπέρ του ΝΑΙ. Τσακώνονται, βρίζονται, διαγράφουν επαφές, μπλοκάρουν επαφές, ποστάρουν προκλητικά άρθρα (ή καλύτερα provocative όπως λένε και στο χωριό μου) και γενικά κοπανιούνται πρωί-βράδυ. Από την άλλη, είχαμε αυτούς που προσπαθώντας να κάνουν τη διαφορά, ή από άποψη (ή επειδή δεν είχαν άποψη για το θέμα), επικεντρώθηκαν στην ανάγκη για ομοψυχία και ομόνοια. Αν με ρωτάτε, νομίζω πως κι αυτές οι φωνές έχουν μια μικρή χρησιμότητα γιατί μας υπενθυμίζουν (σε αυτούς που δε το ξέρουν ήδη) είναι ότι καλό, πολιτισμένο και πρέπον, να κρατάμε τις διαμάχες σε ένα επίπεδο, εκεί που ακόμα είναι εποικοδομητικές και να μην ξεκατινιαζόμαστε. 

Μετά, έχεις αυτούς που δεν πήγαν ούτε από τη μια μεριά, ούτε από την άλλη, αλλά ούτε και στη μέση. Και που βγαίνουν μετά και ασχολούνται με ότι άσχετο μπορεί να είναι "δίπλα" από το ζήτημα για το οποίο έχει γίνει το "έλα να δεις και να θαυμάσεις", απλά για να πούνε κάτι. Σε αυτή την κατηγορία είναι και εκείνοι που απλά έμειναν στον πάγκο κατά τη διάρκεια του αγώνα και διαμόρφωσαν άποψη μετά τα γεγονότα, το οποίο είναι φρόνιμο και σοφό, μα θα μου επιτρέψετε να πω ότι δεν προσφέρει τίποτα στην συζήτηση και στην κατανόηση του θέματός, όταν τα πράγματα είναι στα φόρτε τους. 

Και σκέφτομαι μαζί με τα παραπάνω, πόσο καλό μας κάνει η ύπαρξη αυτών των κοινωνικών δικτύων. Πόσο πολύ όλα αυτά τα δίκτυα έχουν μετατραπεί σε μια σύγχρονη εκδοχή μιας εκκλησίας του δήμου ίσως. Πόσο βοηθάνε τελικά. Πόσο απέτρεψαν την παραπληροφόρηση (από όπου κι αν προέρχεται αυτή) και πόσο βοήθησαν τον καθένα μας να σχηματίσει άποψη και να καταλάβει λίγο καλύτερα, θέματα που πριν μερικά χρόνια αποτελούσαν αχαρτογράφητα νερά για όλους μας. Capital controls, τόκοι, δάνεια, ΕΚΤ, νομισματικές ενώσεις και πάει λέγοντας. Μάθαμε ιστορία που δεν είχαμε στο μυαλό μας και καταλάβαμε συσχετισμούς δυνάμεων που τους αγνοούσαμε επιδεικτικά ως τώρα. 

Γι' αυτό το λόγο είμαι αντίθετος στην "έννοια" που βλέπω να συζητιέται σαν "επαναστάτες του Facebook ή του Twitter". Το θεωρώ χαζό και αφελές να λέγεται κάτι τέτοιο για όλους όσοι έγραφαν ή έλεγαν την άποψη τους τόσες μέρες. Όσο μη-πολιτικοποιημένοι και αν ήταν, όσο κι αν κάποια από όσα έγραφαν ήταν αφελή και σε ένα πρώτο επίπεδο μόνο. Άλλωστε, δε μπορώ να πιστέψω ότι κανείς από όλους αυτούς που έγραφαν, δεν κατέβηκε σε συναντήσεις στο Σύνταγμα. Άρα, ο "καναπές" ακυρώνεται από την αρχή της κουβέντας. 

Εγώ προσωπικά βλέπω μια νέα έννοια μέσα στα κοινωνικά δίκτυα και αυτή είναι τα κοινωνικό-πολιτικά δίκτυα. Μέσα από ακρότητες κάποιες φορές, ναι, μέσα από νεύρα και πολλά κεφαλαία ή θαυμαστικά. Έστω και έτσι, έστω και αργά, φαίνεται να κινητοποιείται και να προβληματίζεται ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Ακόμα μεγαλύτερο από αυτό που ήδη το έκανε. Και πίσω από το χαμό των Selfies, των χορηγούμενων διαφημίσεων και των Check-in, αρχίζει να φαίνεται κάτι νέο, μια νέα χρήση που έχει πολύ ενδιαφέρον για αρχή... 

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2015

Ο χειρότερος μαθητής της τάξης!

Στο σχολείο, είχαμε καλούς και κακούς μαθητές. Υπήρχαν και τα φυτά, ένα από τα οποία ήμουν εγώ ο ίδιος, υπήρχαν οι μέτριοι αλλά και οι κακοί μαθητές. Αυτοί που για κάποιο λόγο είτε δεν ήθελαν είτε δε μπορούσαν να "πάρουν τα γράμματα", όπως λέει ο σοφός λαός. 

Στην τάξη είχαμε και τον Παύλο. Με τον Παύλο ήμαστε συμμαθητές από το δημοτικό. Καθόταν πάντα στο τελευταίο θρανίο, από 6-7 χρονών που τον θυμάμαι μέχρι τώρα στα 17, πάντα με το ίδιο βλέμμα αδιαφορίας για τα πάντα. Δε το γούσταρε το σχολείο. Έτσι απλά. Ωστόσο, με ένα μαγικό τρόπο, πάντα κατάφερνε να τσιμπήσει κάτι από την παράδοση και να ψευτογράψει 1-2 αράδες στις εξετάσεις, τόσο όσο χρειαζόταν για να περάσει την τάξη. Από όσο θυμόμουν, μόνο 2-3 δάσκαλοι είχαν καταφέρει να τον παρακινήσουν και να τον κάνουν να ασχοληθεί λίγο, αλλά μέχρι εκεί. Ήταν θαύμα και που είχε φτάσει μια τάξη πριν το τέλος του λυκείου. 

Δεν ήταν χαζός, ή κάτι τέτοιο, απλά φαινόταν να μην ήθελε να μπει στη γενικότερη διαδικασία. Για την ακρίβεια, έμπαινε στον κόπο να συμμετάσχει μόνο όταν ήταν κάτι που τον ενδιέφερε, ή όταν ήταν να μιλήσουμε για το που θα πάμε εκδρομή. Ήταν πρώτος στις καταλήψεις και συνήθως ο τελευταίος που έμπαινε στην τάξη μετά το διάλειμμα, αν έμπαινε γενικότερα. Ο πατέρας του Παύλου, ήταν ο κύριος Μιχάλης. Ο κύριος Μιχάλης ήταν από τους πιο πλούσιους Αθηναίους, πλοιοκτήτης, ο οποίος είχε φτιάξει μια μικρή αυτοκρατορία με πολύ κόπο και δουλειά και ήταν από τους ανθρώπους που έδιναν και βοηθούσαν. 

Ο κύριος Μιχάλης ήταν ο ευεργέτης όλου του δήμου. Αν δεν υπήρχε εκείνος με τις δωρεές του, τίποτα δε θα είχε γίνει. Έφτιαξε κλειστό γυμναστήριο και βοήθησε παιδιά να βρουν διεξόδους μέσα από τον αθλητισμό. Έφτιαξε δημόσια βιβλιοθήκη, δίνοντας πρόσβαση σε γνώση και βιβλία που δε θα μπορούσαν να αγοραστούν από τις φτωχές οικογένειες της περιοχής. Γενικά, θα έλεγε κανείς ότι ο δήμος χρωστούσε την εξέλιξη του και την ευημερία των τελευταίων είκοσι χρόνων στον κύριο Μιχάλη. Κι έτσι, οι δάσκαλοι και οι μετέπειτα καθηγητές του Παύλου, είχαν αποφασίσει, σιωπηρά, μεταξύ τους, να πάρουν τον Παύλο από το χέρι και να τον βοηθήσουν να βγάλει το σχολείο κουτσά στραβά. Άλλωστε, ήταν προορισμένος για μεγάλα πράγματα με τέτοια ιστορία πίσω του. 

Ωστόσο, κάποια στιγμή, ο Παύλος έφτασε στην τάξη που πια οι προφορικοί βαθμοί που αφειδώς του χάριζαν οι καθηγητές του στο παρελθόν, δεν μπορούσαν να τον σώσουν. Τώρα πια, έπρεπε να γράψει εξετάσεις σε πανελλήνιο επίπεδο και να αποδείξει τι μπορεί να κάνει ο ίδιος, χωρίς τα δεκανίκια του ονόματος του. Βέβαια, τον Παύλο δε τον ένοιαζε και πολύ για όλο αυτό. Ούτε τον πατέρα του τόσο, που ήταν πρακτικός άνθρωπος και ήξερε βαθιά μέσα του ότι το παιδί του δεν ήταν φτιαγμένο για σχολεία και σπουδές.

Η μάνα του Παύλου ήταν μια άλλη ιστορία. Η κυρία Ελένη δε μπορούσε να δεχτεί ότι ο γιος της δε μπορούσε. Ερχόταν κάθε φορά που παίρναμε ελέγχους στο σχολείο, φουσκωμένη σαν το παγόνι. Έφευγε πάλι με το κεφάλι ψηλά, αλλά με μια πίκρα που φαινόταν στο βλέμμα της. Διατηρούσε την ψευδαίσθηση ότι κάποια στιγμή ο Παύλος θα μεταμορφωνόταν στον καλύτερο μαθητή. Πλήρωνε φροντιστήρια, πλήρωνε ιδιαίτερα και άλλαζε δασκάλους στον κανακάρη της κάθε τέσσερις μήνες το λιγότερο! 

Δεν υπήρξε ούτε ένας φροντιστής που να την έβγαλε καθαρή περισσότερο από έξι μήνες. Από ότι μου έλεγε ο Παύλος, ερχόντουσαν όλοι στο σπίτι τις πρώτες δυο μέρες, τόσο σίγουροι για την ικανότητα τους. Και μετά από μερικές μέρες, όλοι κατέληγαν στο ότι το παιδί δεν είχε βάσεις και ότι έφταιγαν λίγο ή πολύ όλοι οι προηγούμενοι δάσκαλοι που τον είχαν φέρει ως εδώ. Μόνο ένας από τους τελευταίους φροντιστές είχε το θράσος να πει στη μάνα του την ωμή αλήθεια, ότι το παιδί δε θα έκανε ποτέ τίποτα, και εκείνη τον έδιωξε με τις κλωτσιές. Από την άλλη, ο Παύλος συνέχιζε να περνάει τις τάξεις, να απολαμβάνει τα λεφτά του μπαμπά και να γελάει με όλη την κατάσταση. 

Κάποια στιγμή, στις εξετάσεις της δεύτερης τάξης του λυκείου, ο Παύλος κόπηκε στα γραπτά. Δεν υπήρχε τίποτα που να μπορούσε να γίνει για να περάσει στην επόμενη τάξη και πιθανώς σε κάποιο τμήμα. Η μάνα του, ήρθε στο σχολείο λίγες μέρες μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων και φώναζε σε όλους τους καθηγητές. Ζητούσε κάτι να κάνουν για να περάσει το παιδί την τάξη και να μπορέσει να μπει σε μια σχολή τελειώνοντας του λύκειο. Απειλούσε θεούς και δαίμονες για αυτά που είχε προσφέρει ο άντρας της και που χάρη σε αυτά, μπορούσαν να κάνουν τη δουλειά τους όλοι οι δάσκαλοι. "Αν δεν ήμασταν εμείς, δε θα υπήρχατε ούτε εσείς", έφτασε να τους πει πάνω στο παραλήρημα της! Ακόμα και ότι τώρα πάνε χαμένοι οι κόποι του Παύλου και η πορεία που έκανε τόσα χρόνια στο σχολείο (εκεί μέχρι και ο Διευθυντής γέλασε). 

Το χαμό που έκανε τον σταμάτησε ο Παύλος ο οποίος άραζε με κάτι φίλους του κοντά στις μπασκέτες. Άκουσε τη φασαρία και ράθυμος έσυρε τα πόδια του μέχρι το γραφείο των καθηγητών όπου πήρε τη μάνα του από το χέρι και την έβγαλε έξω μιλώντας της πολύ ήρεμα. Της εξήγησε όλα εκείνα που μέχρι τότε διάλεγε να αγνοεί. Πόσο δεν ήταν για εκείνον όλο αυτό και πόσο ήθελε στην πραγματικότητα να κάνει κάτι άλλο με τη ζωή του. Της εξήγησε ότι κανείς δε χάνεται και ότι έχει δυνατότητες να κάνει πράγματα και έξω από αυτό το κομμάτι του συστήματος. Της έδωσε να καταλάβει πόσοι δρόμοι υπήρχαν, το ίδιο ή περισσότερο δύσκολοι, που όλοι όμως έβγαζαν κάπου καλύτερα. Την πήγε μέχρι την πόρτα και επέστρεψε στην παρέα του για να αράξει και πάλι. 

Δε ξέρω που είναι σήμερα ο Παύλος. Φαντάζομαι ότι δεν έχει μεγάλο πρόβλημα επιβίωσης έτσι κι αλλιώς, εξαιτίας των χρημάτων που είχε μαζέψει ο πατέρας του τα οποία έφταναν για πέντε ζωές. Τον είχα δει πριν μερικά χρόνια σε μια συνάντηση συμμαθητών και μου είχε πει ότι ασχολήθηκε με άλλα πράγματα μετά το σχολείο, κάνοντας από τον αγρότη, μέχρι τον ιδιοκτήτη καφετέριας και άλλες 2-3 δουλειές. Πιστεύω πολύ στο ότι κανείς δεν πάει χαμένος, ειδικά από τη στιγμή που καταλαβαίνει το ποιος είναι και το που πηγαίνει σε αυτή τη ζωή. Όταν δηλαδή βρίσκει την πυξίδα του. Όταν κανείς είναι χαμένος και έχει αυταπάτες για το ποιος είναι και τι μπορεί να γίνει, τότε έχει πραγματικό πρόβλημα. 

Και αναρωτιέμαι, μήπως ο Παύλος μοιάζει σε μια αναλογία με την Ελλάδα; Μήπως ο κύριος Μιχάλης δεν είναι η ιστορία μας και όλη μας η γεωπολιτική και πολιτιστική μας προίκα; Μήπως η μάνα του Παύλου, δεν είναι η φωνή του συνετού και του απαραίτητου; Η φωνή του φόβου ίσως..; Μήπως όπως υπάρχουν δρόμοι εκτός της συμβατικής εκπαίδευσης, έτσι υπάρχουν δρόμοι και έξω από μια ένωση που μόνο ένωση δεν είναι τελικά; Μήπως αυτό το σύστημα μας κράτησε μέσα του με νύχια και με δόντια, αλλά τελικά είμαστε τόσο περιθωριακοί όσο ο Παύλος; Μήπως μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο στηριζόμενοι σε αυτό που έχουμε μέσα μας; Μήπως απλά πρέπει να το πάρουμε απόφαση; 


Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

Ανάπτυξη: Αν αργήσω, φάτε...

Έρχεται η ανάπτυξη, ζυγώνει... Κάποιοι την είδαν γωνία Πατησίων και Σταδίου, άλλοι την είδαν προς αεροδρόμιο μεριά, άλλοι την είδαν στα πιο τρελά τους όνειρα... Εμείς ακόμα ζούμε με την προσμονή της. Μια μαγική στιγμή που όλα θα αλλάξουν.. Τσουνάμι ευρώ θα ξεχυθούν στις μεγάλες αρτηρίες της πόλης και θα παρασύρουν τα πάντα στο διάβα τους... Λεφτά θα μπαίνουν από τις πόρτες και ομόλογα θα βγαίνουν από το παράθυρο! Θα μας επιστραφούν τα κλεμμένα, θα πάρουμε πίσω όλα τα χρυσά που ενεχυριάσαμε στα μαγαζάκια με τα κάγκελα και τις σιδεριές, μέχρι και τα δόντια τα χρυσά! 

Θα έρθουν και ψυχολόγοι και θα μας κάνουν support για να επανέλθουμε! Θα μας μάθουν ξανά να μη φοβόμαστε να πάρουμε ένα γάλα παραπάνω ή μια μπλούζα από τα H&M! "Πάρε τη μπλούζα, θα σου φτάσουν, η ανάπτυξη είναι εδώ..". Θα μας κρατάνε από το χέρι όταν θα βγαίνουμε για ψώνια, ο καθένας με τον προσωπικό του ψυχολόγο, και θα μας λένε "πάει η κρίση, ανήκει στο παρελθόν, πέρασαν αυτά!". Και μεις, γελαστοί και γελασμένοι που έλεγε και ο Δημήτρης Μητροπάνος, θα επιστρέψουμε σε όλα αυτά που τόσο λάθος κάναμε πριν μερικά χρόνια. Γιατί απλά όλα είναι ένας κύκλος καθώς φαίνεται... 

Έρχεται η ανάπτυξη και ξαφνικά, όλοι όσοι παίρνουν 550 ευρώ το μήνα, θα δουν τις αποδοχές τους να διπλασιάζονται τουλάχιστον, χωρίς κανένα λόγο. Έτσι, γιατί ήρθε η ανάπτυξη! Σε μια βραδιά, όλα όσα παραχωρήσαμε, επιδόματα, συντάξεις, κλπ, θα έρθουν πίσω να μας γεμίσουν τις τσέπες! Σε μια βραδιά, 1.500.000 άνεργοι, θα βρουν δουλειά στις καλύτερες εταιρίες και όλοι τους θα αρχίσουν να κάνουν σχέδια για το μέλλον! Οικογένειες, παιδιά, το σπίτι που πάντα ήθελαν, και πάει λέγοντας... Θα πάρουμε όλοι αμάξι καινούργιο, υβριδικό, να ταιριάζει με τις περιβαλλοντικές μας ανησυχίες, γιατί με τόσα λεφτά πια, θα αρχίσουμε να ψάχνουμε άλλα πράγματα να ασχολούμαστε, αφού όλα τα άλλα θα είναι λυμένα! Οικολογικό αμάξι, βιολογικά προϊόντα και καμπάνιες για να σωθεί επιτέλους η καρέτα-καρέτα και η μονάχους-μονάχους... 

Και όλοι αυτοί που λιγοψύχησαν και μας άφησαν για τα ευρώ ή τα δολάρια και τα γιεν του εξωτερικού, τώρα θα κάθονται στα σύνορα και θα κοιτάνε εμάς μέσα από αυτά, να γελάμε, να τρώμε και να περνάμε τέλεια! Θα κάθονται όπως τα παιδιά που δεν έχουν να φάνε, μπροστά από τη βιτρίνα του φούρνου και θα κοιτάνε τις τυρόπιτες με τα σάλια τους να τρέχουν! Και τότε, μεγαλόψυχοι όντας, θα πάρουμε μια τυρόπιτα και θα βγούμε στην πόρτα να την κεράσουμε. Αλλά θα τους πούμε ότι μέσα δε μπαίνουν, καθώς όταν ο φούρνος (η χώρα) τους είχε ανάγκη, εκείνοι, τα μεγάλα μυαλά, έφυγαν! Και μείναμε εμείς οι ηλίθιοι να βγάλουμε το φίδι από την τρύπα! Τώρα, μόνο για τα δικά μας τα παιδιά υπάρχει φαγητό! Αυτοί, να μείνουν έξω, να ασπρίσουν από την έλλειψη ήλιου και να κάνουν παιδιά με κάποια ξένη αλογομούρα, πιο άσπρα κι από το γάλα! Για να μάθουν! 

Από ένα τέτοιο όνειρο ξύπνησα τις προάλλες, φωνάζοντας "αφήστε τους να μπουν ρε παιδιά, έχει ψωμί για όλους!". Μετά κατάλαβα ότι η ανάπτυξη έχει αργήσει... Τίποτα από όλα αυτά δεν παίζει, όχι ακόμα τουλάχιστον. Μέχρι να παίξει κάτι, μένω στα 30 και κάτι, με ένα μισθό για τον οποίο αισθάνομαι ιδιαίτερα τυχερός μα όχι υπερήφανος, με κάποια όνειρα on hold και με την ελπίδα ότι όταν 2-3 πράγματα στρώσουν, δε θα έχουμε χάσει πάρα πολλά. Γιατί χαμένοι είμαστε όπως και να έχει.. Από χέρι... 

Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

Πλειοψηφίες

Πολυνομοσχέδιο... Τρομακτική λέξη... Η μόνη θετική συνεπαγωγή στη λέξη "πολύ" η οποία κατευθείαν ακυρώνεται από τη λέξη "νόμος" και γίνεται ακόμα χειρότερη από εκείνη του "σχεδίου". Δε θυμάμαι ποτέ τα τελευταία χρόνια να υπήρξε κάποιο σχέδιο που να αποδείχθηκε με οποιονδήποτε τρόπο ευεργετικό... Επίφαση δημοκρατίας, καιρό τώρα, αφού κάθε διαφορετική φωνή, με όποια σκοπιμότητα κι αν αυτή ορθώνεται, διαγράφεται σχεδόν αυτομάτως... Τι; Ψήφισες κάτι άλλο από αυτό που είπαμε; Zonk! Έξω... Ουστ! Τις επιπτώσεις των πολυνομοσχεδίων δε θα τις κουβεντιάσω. Τις βιώνουμε όλοι μας, καιρό τώρα στο πετσί μας. Ούτε τη χρησιμότητα τους θα ήθελα να θίξω. Μπορώ να πάω είτε με τη μεριά εκείνων που λένε ότι μόνο έτσι θα σωθεί η χώρα αλλά και με την άλλη πλευρά, που λέει ότι τελείωσαν οι τρύπες στο ζωνάρι και δε μπορούμε να το σφίξουμε άλλο... Δε θα μπω σε αυτή την κουβέντα γιατί νομίζω ότι είναι για άλλους που βγάζουν το ψωμάκι τους από τέτοιες αναλύσεις... 

Ένα όμως θα το πω και είναι εντελώς υποκειμενικό... Όντας 31 ετών, δουλεύοντας με μισό ρεπό την εβδομάδα εδώ και 6 χρόνια, μη βγάζοντας ποτέ αρκετά χρήματα για να ζήσω άνετα, με τρία πτυχία και δική μου επιχείρηση, αισθάνομαι πολύ μαλάκας! Και περισσότερο γιατί ανήκω σε μια μεγάλη πλειοψηφία που το νιώθει αυτό. Γνωρίζω, όπως και πολλοί από εμάς, ότι είμαι επαρκώς ικανός για να βγάζω τα διπλά χρήματα και να ζω λίγο άνετα. Αντί αυτού, είμαι στη μέση μιας κωλοκατάστασης στην οποία αγωνίζομαι καθημερινά για τα αυτονόητα, στερούμαι βασικών αγαθών όπως ο χρόνος και οι κοινωνικές επαφές αλλά και κάποιων (ίσως) δευτερευόντων όπως πρόσβαση στις τέχνες, επιμόρφωση, διασκέδαση, κλπ. Έχω περάσει σχεδόν μια δεκαπενταετία δουλεύοντας και δεν έχω τίποτα να δείξω για αυτό, αναφορικά με τραπεζικές καταθέσεις, ποιότητα ζωής, κλπ κλπ. Αλλά αρκετά για μένα... Αυτό με το οποίο απόρησα πολύ πρόσφατα και ίσως αδικαιολόγητα αργά, είναι η πλειοψηφίες που τελικά μας κυβερνούν... Περισσότερο γιατί ένιωσα μέλος της παραπάνω πλειοψηφίας των 30 και κάτι που περνά τόσο χάλια και αναρωτήθηκα για αυτούς που αποφασίζουν για εμάς...

Αναρωτιέμαι γιατί πρέπει να απαιτούνται 151 ψήφοι στη Βουλή των Ελλήνων για να περάσει όποιο νομοσχέδιο; Δηλαδή οι μισοί συν ένας, μπορούν να αποφασίζουν για τους υπόλοιπους μισούς; Δε νομίζω Τάκη. Μου ακούγεται λίγο παπαριά όλο αυτό... Η Δημοκρατία δηλαδή (ποια δημοκρατία, αλλά anyway), η δημοκρατία είναι η επικράτηση του μισού δήμου πάνω στον άλλο μισό; Μήπως για τα σημαντικά, που λογικά ότι ψηφίζεται στη Βουλή είναι σημαντικό, πρέπει να έχουμε κάτι παραπάνω από το 50%; Ίσως το 60%, το 65%; Είναι ακόμα η ίδια λογική όπως στο σχολείο που το 10 πέρναγε ή στο πανεπιστήμιο που το 5 πέρναγε...; Είναι αρκετό όμως για κάποιον να ξέρει τα μισά; Είναι αρκετό για τους μισούς να ξέρουν το καλό μας και να το αποφασίζουν με την απειλή διαγραφών κλπ; Όχι, δεν είναι. Όχι πια... Ίσως να μην ήταν και ποτέ... 

Η ερώτηση που κάνω στον εαυτό μου χωρίς να περιμένω κάποια απάντηση, είναι πόσοι από τους ύποπτους νόμους, πόσα ξεπουλήματα κρατικής περιουσίας και πόσες ύποπτες υποθέσεις θα είχαν περάσει από τη Βουλή μας, αν τελικά για να περάσουν απαιτούσαν έγκριση από περισσότερους από τους μισούς..; Φαντάζομαι πολύ πιο λίγοι... Και μην αρχίσετε να μου λέτε ότι η κυβέρνηση πρέπει να έχει πλειοψηφία για να μπορεί να κάνει έργα και μεταρρυθμίσεις και άλλα τέτοια όμορφα, γιατί θα σας απαντήσω ότι όταν κάποιος επιδιώκει να κάνει κάτι καλό για το κοινωνικό σύνολο, συνήθως θα έχει τη στήριξη όλων και όχι μόνο των δικών του. Αν δε την έχει, μάλλον κάτι πρέπει να αλλάξει στο σκεπτικό του, λαμβάνοντας υπόψιν κάτι περισσότερο από το 50% του κόσμου. Το πολιτικό σύστημα του 50%, δεν είναι αρκετό. Τελεία και παύλα. 

Με τον ίδιο τρόπο που το να ζει κανείς στο 50% των δυνατοτήτων του, όπως ζω εγώ σήμερα, δεν είναι αρκετό, έτσι δεν είναι αρκετό και το 50% των "ναι" για να γυρίσει ο... ήλιος... 


Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Μάθημα... πτυχίου

Έχω πάρει σχεδόν τρία πτυχία πανεπιστημίων. Για την ακρίβεια, το τρίτο, το διδακτορικό είναι στο φούρνο και "ψήνεται" δίπλα από ένα παστίτσιο που στρίμωξε μέσα η μάνα μου... Λένε ότι με τα χρόνια έρχεται η σοφία, η γνώση, κλπ... αλλά όντας 30+ και έχοντας πληρώσει αυτή τη γνώση με χρόνο και χρήμα, αναρωτιέμαι... γιατί; Γιατί έπρεπε να περάσω από μερικά σχετικά και άλλα άσχετα πράγματα για να καταλάβω σήμερα, 31 χρόνια μετά, τι θέλω να κάνω στη ζωή μου...

Ήταν ανάγκη να περάσω τέσσερα (πτυχίο) συν ένα (μεταπτυχιακό) συν πέντε (διδακτορικό) χρόνια, μια δεκαετία γεμάτη, για να καταλάβω το προφανές; Δε το νομίζω. Για την ακρίβεια, νομίζω πως η ατάκα του "πρέπει να πάθεις για να μάθεις", είναι η πιο σίγουρη συνταγή αποτυχίας και ξοδέματος ταυτόχρονα! Βέβαια, ότι και να μου έλεγαν πριν αποφασίσω να σπουδάσω, θα ήταν δύσκολο να το λάβω σαν δεδομένο, περισσότερο γιατί είναι στη φύση ή τον εγωισμό των περισσοτέρων από εμάς, ριζωμένη η αντίληψη ότι μπορούμε να κάνουμε κάτι, οτιδήποτε, καλύτερα από τον αποτυχημένο που έρχεται και νομίζει ότι τα ξέρει όλα, δίνοντας συμβουλές. Και καλώς είναι έτσι, γιατί μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει πρόοδος. Αν οι μεγάλοι εφευρέτες έμεναν στις εφευρέσεις άλλων, πολλά από όσα γνωρίζουμε σήμερα δε θα είχαν εφευρεθεί.

Βέβαια, εδώ το θέμα συζήτησης δεν είναι οι απεριόριστες πιθανότητες της επιστήμης. Είναι το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας και οι δεδομένες αδυναμίες και τα όρια του. Τα προβλήματα αυτά τα ξέρετε ήδη γιατί τα βιώνετε στο πετσί σας. Τα ξέρουν και άλλοι, πιο σπουδαγμένοι από εμένα, που μπορούν να σας τα ορίσουν πολύ όμορφα, με γραφικές παραστάσεις και με νούμερα.

Για μένα, πιο πολύ από όλα είναι κρίσιμο τελικά το πως αντιλαμβανόμαστε την εκπαίδευση. Πως την αξιολογούμε και τι στάση κρατάμε απέναντι της, μαζί και με τις προσδοκίες μας από αυτή. Οι περισσότεροι από εμάς, νομίζω πως την αντιλαμβανόμαστε σαν μια διαδικασία από βήματα, τα οποία πρέπει κανείς να ολοκληρώσει σα κάποιο βιντεοπαιχνίδι στο οποίο τελειώνεις τη μια πίστα μετά την άλλη, για να φτάσεις στο επιθυμητό, τον τερματισμό και την εύρεση εργασίας.

Βλέπουμε την εκπαίδευση σαν ένα μονοπάτι, ίδιο και απαράλλακτο για όλους. Σα το στρατό που κάποια πράγματα και διαδικασίες είναι παγιωμένα και σταθερά, για δεκαετίες ολόκληρες. Ακολουθούμε τα ίδια 2-3 μονοπάτια που όλοι οι άλλοι πριν από εμάς ακολούθησαν, σκεπτόμενοι μόνο τις επιτυχίες τους και όχι τις αποτυχίες τους. Και βέβαια, χωρίς σεβασμό ως προς τα δικά μας "θέλω" τα οποία κάπου σε όλη την πορεία θυσιάζουμε ή τα αφήνουμε στην άκρη γιατί νομίζουμε ότι δε θα μας οδηγήσουν στο στόχο μας. Ένας στόχος που τις περισσότερες φορές είναι τόσο μίζερος όσο οι λέξεις που τον εκφράζουν, όπως "δουλίτσα", "μισθουλάκος", κ.ο.κ.

Βλέπουμε την εκπαίδευση σαν κάτι αναγκαίο και κακό μαζί που έχει αρχή, μέση και τέλος. Δεν είναι έτσι όμως. Η εκπαίδευση μας κρατά όλη μας τη ζωή, είτε το θέλουμε είτε όχι. Μαθαίνουμε συνεχώς, είτε σαν επαγγελματίες είτε σαν άνθρωπο και αυτό δεν είναι κακό. Είναι αυτό που μας κρατά ζωντανούς. Το κεκτημένο μιας δουλειάς είναι εκεί μόνο για να μια πρόσκαιρη επιβεβαίωση που μας επιτρέπει να πατήσουμε πάνω της για να πάμε παρακάτω. Τίποτα άλλο. Ευτυχώς η εποχή έβγαλε μόνη της από το παράθυρο την αντίληψη της ζωούλας με μια δουλίτσα που οδηγεί στη συνταξούλα. Δε μας χρειάζεται αυτή η αντίληψη αν πραγματικά θέλουμε να είμαστε ζωντανοί και δημιουργικοί. Δε μιλάω για πλήρη εργασιακή αβεβαιότητα, όχι, αλλά για εξέλιξη, ψάξιμο, πρόοδο και κίνηση.

Τα μονοπάτια τα σίγουρα και τα τακτοποιημένα θα υπάρχουν πάντα για όλους όσοι θέλουν την ασφάλεια και το βόλεμα. Το θέμα είναι όμως να μην είναι στημένο όλο το εκπαιδευτικό σύστημα σε αυτή τη λογική γιατί πολύ απλά, σε ένα τόσο ταχέως μεταλλασσόμενο κόσμο, δεν υπάρχουν αρκετές σίγουρες και άκοπες θέσεις για όλους. Κάθε κρίση είναι μια ευκαιρία, άλλο χιλιοειπωμένο, αλλά πολύ αληθινό. Νομίζω πως ήρθε η ώρα να ασχοληθούμε σοβαρά με την εκπαίδευση μας, τους τρόπους, τις διαδικασίες και τις επιλογές μας, κοιτώντας πολύ καλά την αγορά, ναι, αλλά πριν από αυτό, κοιτώντας πολύ καλά μέσα μας. Μόνο κάνοντας τη σωστή επιλογή για την καριέρα που θα ακολουθήσει κάποιος, μπορεί να ολοκληρωθεί επαγγελματικά και ίσως να φέρει και την αλλαγή στο ίδιο το επάγγελμα που θα διαλέξει, αντί να το φέρει εις πέρας για 40 χρόνια και μετά να πάρει σύνταξη.

Γιατί φλυαρώ τόση ώρα; Για να πω σε όλους όσοι απλά διεκπεραιώνουν πτυχία ή ζωές, να σταματήσουν τώρα. Να σταματήσουν και να σκεφτούν τι είναι αυτό που πραγματικά θέλουν να κάνουν και τους εκφράζει. Και όλο αυτό να μη το κάνουν μόνοι τους. Να ρωτήσουν, να ερευνήσουν και να μάθουν από την εμπειρία ανθρώπων που ήταν εκεί πριν από αυτούς. Ας μοιραστούμε επιτέλους και κάτι σημαντικό, πέρα από tweets και posts...