Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015

Σαν το μετανάστη...

Βρέθηκα αυτό το καλοκαίρι για διακοπές στη Λέσβο. Εκεί που πριν 8 χρόνια, πέρασα ένα μέρος της στρατιωτικής μου θητείας. Με πολλές καλές αναμνήσεις, κυρίως γιατί τότε όπως και τώρα, είχα κοντά μου έναν φίλο και αδερφό, ντόπιο, που με βοήθησε όσο κανείς. Κι αν η προηγούμενη επίσκεψη μου ήταν ευχάριστη, αυτή τη φορά είχα πολλούς λόγους για να αισθάνομαι περίεργα, άβολα και στενάχωρα. Για την ακρίβεια, περίπου 10.000 λόγους. 

Τόσοι ήταν περίπου, οι μετανάστες, Σύριοι, Πακιστανοί και λοιποί, που στοιβάχτηκαν πάνω στο νησί, τόσο απότομα που νόμιζες πως βούλιαξε λιγάκι από το βάρος. Το βάρος του πόνου και όχι των ανθρώπων φυσικά, που είναι πάντα καλοδεχούμενοι. Σκεφτόμουν ότι ίσως για αυτό το λόγο η θάλασσα στην Ερεσό ανέβηκε μερικά μέτρα, μικραίνοντας την παραλία αισθητά, γιατί ακόμα και το νησί, ανάποδα στους νόμους της γεωλογίας, αποφάσισε να βουλιάξει λίγο κάτω από το βάρος όλων αυτών.

Όλοι ετούτοι, διάλεγαν το Μόλυβο, τη Συκαμινιά και την Πέτρα, περισσότερο γιατί η απόσταση από την Τουρκία μέχρι εκεί, ήταν πολύ μικρή. Τόσο μικρή που ο δουλέμπορος, τους έβαζε μέσα σε μια μεγάλη μαύρη φουσκωτή βάρκα τους φόραγε από ένα γιλέκο σωσίβιο (ή κουλούρα αν δεν υπήρχε άλλο) και τους έστελνε να πάνε απέναντι, στοχεύοντας τα φώτα της απέναντι παραλίας. Το λιμενικό, ακόμα κι αν τους έβλεπε, με την απειλή ότι θα σκίσουν τη βάρκα και θα πρέπει να τους μαζέψει εκείνο, δε μπορούσε να κάνει τίποτα παρά μόνο να τους συνοδεύσει μέχρι την ακτή για ασφάλεια. Φτάνοντας εκεί, τα σωσίβια έβγαιναν και αφήνονταν όλα τακτοποιημένα στην παραλία, όπου ο καλοθελητής Έλληνας τα μάζευε, είτε για να τα κρατήσει για πάρτη του (μη με ρωτάτε τι θα τα κάνει, κι εγώ απορώ), είτε για να τα πουλήσει και πάλι στον Τούρκο δουλέμπορο, πηγαίνοντας μέχρι τα όρια των χωρικών υδάτων, για να φορεθούν από τους επόμενους...!   

Οι άρτι αφιχθέντες πρόσφυγες, μαζεύονταν σε κάποια σημεία που είχε λίγο νερό και σκιά, πριν ξεκινήσουν ομάδες ομάδες, για να περπατήσουν τα 40-50-60 χλμ μέχρι την πόλη της Μυτιλήνης. Πόσο είναι αυτό σε ώρα; Αν υπολογίσετε ένα μέσο ρυθμό βαδίσματος τα 5 χιλιόμετρα την ώρα, τότε μιλάμε για  8-10-12 ώρες χωρίς τις στάσεις, για να φτάσει κάποιος στην Μυτιλήνη. Μέσα στον ήλιο και τη ζέστη, αφού οι πορείες αυτές γίνονταν στο διάστημα από τις εννιά ή δέκα το πρωί μέχρι το απόγευμα. Χωρίς νερό για πολλά χιλιόμετρα και με τον κίνδυνο να τους πατήσει και κανένα αμάξι έτσι όπως περπατούσαν στα όρια της ασφάλτου και πετάγονταν πίσω από θάμνους και δέντρα.  

Ψυχές ταλαιπωρημένες μα και ανακουφισμένες. Άνθρωποι όλων των ηλικιών, μα περισσότερο θαρρώ έφηβοι. Έφηβοι γελαστοί και αισιόδοξοι, έστω και μακριά από το σπίτι τους, με έναν πόλεμο στην πλάτη και στον ορίζοντα τους, την αισιοδοξία του καλύτερου. Παιδιά που άμα τα έπαιρνες από τους επαρχιακούς δρόμους που περπατούσαν ώρες ατελείωτες σε γραμμή, ή δίπλα δίπλα, και τα έβαζες στο κέντρο της Αθήνας, θα νόμιζες από το βλέμμα και τα χαμόγελα τους, ότι πρόκειται για κάποια εκπαιδευτική εκδρομή από άλλη χώρα. Εμείς τους κοιτούσαμε στεναχωρημένοι και αμήχανοι και εκείνοι είχαν ένα βλέμμα που σου έδειχνε ότι δε χωρούσε καμία λύπηση στην κουβέντα, παρά μόνο αλληλεγγύη και βοήθεια. Ένα μπουκάλι νερό, ένα χαμόγελο, ένα νεύμα ή ένας χαιρετισμός. 

Και μέσα σε αυτούς, άλλες τόσες οικογένειες. Πατεράδες και μανάδες με δύο βρέφη στην αγκαλιά, ή με παιδιά πολύ μικρά για να αντέξουν αυτές τις αποστάσεις σε αυτές τις θερμοκρασίες. Μοιραία λοιπόν, το παιδί ήταν στην αγκαλιά του γονέα και στην ασφάλεια της αποκοιμώταν εξουθενωμένο από την ταλαιπωρία. Και ανάθεμα με, κοιμόντουσαν όλα τόσο αφημένα, με το κεφάλι να κρέμεται προς τα πίσω, που μέσα στον παραλογισμό των ημερών, έκανες τη μακάβρια σκέψη ότι οι γονείς τους τα κουβαλούσαν άψυχα κάτω από τον καυτό ήλιο. Αυτοί ήταν διαφορετικοί από τους έφηβους. Οι γονείς είχαν μια ανησυχία και μια εγρήγορση στο βλέμμα τους. Δεν ήταν μόνοι τους, δεν είχαν την άγνοια του κινδύνου, αλλά την πλήρη επίγνωση της ανάγκης για προστασία του παιδιού τους. 

Και άλλοι πολλοί, όλοι με ένα σακίδιο στην πλάτη στην καλύτερη περίπτωση ή και χωρίς αυτό, ταξιδεύοντας όσο πιο ελαφριά γίνεται, αφού φαντάζομαι ότι οι δουλέμποροι από την άλλη μεριά δεν τους έδιναν τη δυνατότητα έξτρα αποσκευής με λίγα παραπάνω ευρώ, όπως κάνουν οι αεροπορικές. Μια τσαντούλα με τα απαραίτητα ρούχα, άντε και ένα δεύτερο ζευγάρι παπούτσια και με όσα χρήματα μπορούσαν να έχουν μαζί τους με ασφάλεια, υπολογισμένα μέχρι το ευρώ, για να τους φτάσουν εκεί που θέλανε να πάνε. 

Υπολογισμένα μέχρι να συναντήσουν τον απατεώνα που σε κατάστημα της προκυμαίας, έβαλε τα πολύμπριζα στη σειρά τους χρέωνε 5 ευρώ (!) την κάθε φόρτιση για το κινητό τους! Ναι, ακριβώς έτσι έγινε. Υπολογισμένα μέχρι να βρουν τον Ελληνάρα πρατηριούχο που έβγαζε κράχτη στον κεντρικό δρόμο ο οποίος κουνούσε μια σκηνή πέρα δώθε, και την πουλούσε έναντι 35 ευρώ τη μια! Υπολογισμένα μέχρι να αράξει μπροστά τους ο γύφτος με το Datsun και να τους ζητήσει 50 ευρώ το κεφάλι για να τους πάει από τον Μόλυβο μέχρι το λιμάνι. Και πόσα άλλα. Η οργή και ο θυμός για την εκμετάλλευση αυτή πραγματικά περισσεύει, αλλά δεν είναι ίσως της ώρας για να αναθεματίσει κανείς. Έχω την ελπίδα ότι όποιος Θεός υπάρχει, θα τους το πληρώσει διπλό το κακό που έκαναν και ότι τα λεφτά που μάζεψαν από τον πόνο του άλλου, θα τα φάνε αλλού...      

Μερικά στρατόπεδα έκλεισαν και έγιναν στρατόπεδα συγκέντρωσης, με ψηλούς φράχτες και container, αλλά τουλάχιστον κάποια στιγμή άνοιξαν οι πόρτες τους και έτσι οι άνθρωποι μπόρεσαν να βγουν και να περπατήσουν ελεύθερα έξω. Η εικόνα και μόνο αυτών των στρατοπέδων, μου έφερε στη μνήμη σκηνές από πολεμικές ταινίες που περιέγραφαν παγκόσμιους πολέμους. Κοντά σε αυτά και οι αθάνατοι Έλληνες που έστησαν τις καντίνες τους στα πέριξ αυτών των χώρων και πουλούσαν φαγητό στον κόσμο, κάνοντας καλύτερες εισπράξεις από καντίνα μέσα σε ποδοσφαιρικό γήπεδο. Τουλάχιστον, αν το αντίτιμο ήταν το σωστό, αυτοί οι άνθρωποι, ακόμα κι αν κερδοσκοπούν πάνω στην ανάγκη, πρόσφεραν μια λύση, λίγο φαγητό. Αυτούς βεβαίως δε τους κυνήγησε κανείς, γιατί τους άλλους που προσπάθησαν χωρίς αντίτιμο να πάρουν μετανάστες και να τους κατεβάσουν στην πόλη για να απογραφούν, με τα πολιτικά τους αυτοκίνητα, τους πέρασαν αυτόφωρο...!

Τα ακριτικά νησιά μας, δε μπορούν να "αντέξουν" αυτό το κύμα μεταναστών. Δε μπορούν καν να λειτουργήσουν ως "καλοί αγωγοί" αυτών των περίπου 2.000.000 ανθρώπων που πέρασαν ή πρόκειται να περάσουν. Ακόμα κι αν κάποια όπως η Λέσβος είναι μεγάλα και περισσότερο οργανωμένα. Ακόμα και έτσι, είναι πολύ δύσκολο. Αλλά, όπως και να έχει, κατά πάσα πιθανότητα όλο αυτό είναι αναπόφευκτο. Κι έτσι, μέσα σε όλο αυτό, καλούμαστε όλοι μας σε όλη την Ελλάδα, να βοηθήσουμε με όποιο τρόπο γίνεται ώστε αυτοί οι άνθρωποι να περάσουν και να πάνε εκεί που θέλουν. Μην ανησυχείτε, δε ζήλεψαν τον ήλιο και τα νησιά. Δε θέλουν να μείνουν εδώ, κι αυτό μάλλον θα πρέπει να μας προβληματίζει και να μας στεναχωρεί, παρά να μας ανακουφίζει. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι εγκληματίες και δολοφόνοι. Είναι ελάχιστοι όσοι παρανομούν. Είναι άνθρωποι σαν όλους μας, που βρέθηκαν εκεί που το ίδιο εύκολα θα μπορούσαμε να είμαστε εμείς. 

Είναι ακόμα πιο δύσκολο σε τέτοιες ώρες εθνικής κρίσης να είναι κάποιος αλληλέγγυος με αυτούς τους ανθρώπους, μα νομίζω ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Προσωπικά, τις τελευταίες μέρες, περισσότερο σκέφτομαι αυτούς τους ανθρώπους παρά την φαρσοκωμωδία που παίζεται μπροστά στα μάτια μας. Θα πει κανείς ότι ίσως είναι πιο εύκολο να ασχολείσαι με προβλήματα άλλων παρά με τα δικά σου. Και σε κάτι τέτοιο βέβαια, θα μπορούσα να απαντήσω ότι αυτά είναι πραγματικά προβλήματα, ή τουλάχιστον πιο επείγοντα και βασικά.