Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015

Σαν το μετανάστη...

Βρέθηκα αυτό το καλοκαίρι για διακοπές στη Λέσβο. Εκεί που πριν 8 χρόνια, πέρασα ένα μέρος της στρατιωτικής μου θητείας. Με πολλές καλές αναμνήσεις, κυρίως γιατί τότε όπως και τώρα, είχα κοντά μου έναν φίλο και αδερφό, ντόπιο, που με βοήθησε όσο κανείς. Κι αν η προηγούμενη επίσκεψη μου ήταν ευχάριστη, αυτή τη φορά είχα πολλούς λόγους για να αισθάνομαι περίεργα, άβολα και στενάχωρα. Για την ακρίβεια, περίπου 10.000 λόγους. 

Τόσοι ήταν περίπου, οι μετανάστες, Σύριοι, Πακιστανοί και λοιποί, που στοιβάχτηκαν πάνω στο νησί, τόσο απότομα που νόμιζες πως βούλιαξε λιγάκι από το βάρος. Το βάρος του πόνου και όχι των ανθρώπων φυσικά, που είναι πάντα καλοδεχούμενοι. Σκεφτόμουν ότι ίσως για αυτό το λόγο η θάλασσα στην Ερεσό ανέβηκε μερικά μέτρα, μικραίνοντας την παραλία αισθητά, γιατί ακόμα και το νησί, ανάποδα στους νόμους της γεωλογίας, αποφάσισε να βουλιάξει λίγο κάτω από το βάρος όλων αυτών.

Όλοι ετούτοι, διάλεγαν το Μόλυβο, τη Συκαμινιά και την Πέτρα, περισσότερο γιατί η απόσταση από την Τουρκία μέχρι εκεί, ήταν πολύ μικρή. Τόσο μικρή που ο δουλέμπορος, τους έβαζε μέσα σε μια μεγάλη μαύρη φουσκωτή βάρκα τους φόραγε από ένα γιλέκο σωσίβιο (ή κουλούρα αν δεν υπήρχε άλλο) και τους έστελνε να πάνε απέναντι, στοχεύοντας τα φώτα της απέναντι παραλίας. Το λιμενικό, ακόμα κι αν τους έβλεπε, με την απειλή ότι θα σκίσουν τη βάρκα και θα πρέπει να τους μαζέψει εκείνο, δε μπορούσε να κάνει τίποτα παρά μόνο να τους συνοδεύσει μέχρι την ακτή για ασφάλεια. Φτάνοντας εκεί, τα σωσίβια έβγαιναν και αφήνονταν όλα τακτοποιημένα στην παραλία, όπου ο καλοθελητής Έλληνας τα μάζευε, είτε για να τα κρατήσει για πάρτη του (μη με ρωτάτε τι θα τα κάνει, κι εγώ απορώ), είτε για να τα πουλήσει και πάλι στον Τούρκο δουλέμπορο, πηγαίνοντας μέχρι τα όρια των χωρικών υδάτων, για να φορεθούν από τους επόμενους...!   

Οι άρτι αφιχθέντες πρόσφυγες, μαζεύονταν σε κάποια σημεία που είχε λίγο νερό και σκιά, πριν ξεκινήσουν ομάδες ομάδες, για να περπατήσουν τα 40-50-60 χλμ μέχρι την πόλη της Μυτιλήνης. Πόσο είναι αυτό σε ώρα; Αν υπολογίσετε ένα μέσο ρυθμό βαδίσματος τα 5 χιλιόμετρα την ώρα, τότε μιλάμε για  8-10-12 ώρες χωρίς τις στάσεις, για να φτάσει κάποιος στην Μυτιλήνη. Μέσα στον ήλιο και τη ζέστη, αφού οι πορείες αυτές γίνονταν στο διάστημα από τις εννιά ή δέκα το πρωί μέχρι το απόγευμα. Χωρίς νερό για πολλά χιλιόμετρα και με τον κίνδυνο να τους πατήσει και κανένα αμάξι έτσι όπως περπατούσαν στα όρια της ασφάλτου και πετάγονταν πίσω από θάμνους και δέντρα.  

Ψυχές ταλαιπωρημένες μα και ανακουφισμένες. Άνθρωποι όλων των ηλικιών, μα περισσότερο θαρρώ έφηβοι. Έφηβοι γελαστοί και αισιόδοξοι, έστω και μακριά από το σπίτι τους, με έναν πόλεμο στην πλάτη και στον ορίζοντα τους, την αισιοδοξία του καλύτερου. Παιδιά που άμα τα έπαιρνες από τους επαρχιακούς δρόμους που περπατούσαν ώρες ατελείωτες σε γραμμή, ή δίπλα δίπλα, και τα έβαζες στο κέντρο της Αθήνας, θα νόμιζες από το βλέμμα και τα χαμόγελα τους, ότι πρόκειται για κάποια εκπαιδευτική εκδρομή από άλλη χώρα. Εμείς τους κοιτούσαμε στεναχωρημένοι και αμήχανοι και εκείνοι είχαν ένα βλέμμα που σου έδειχνε ότι δε χωρούσε καμία λύπηση στην κουβέντα, παρά μόνο αλληλεγγύη και βοήθεια. Ένα μπουκάλι νερό, ένα χαμόγελο, ένα νεύμα ή ένας χαιρετισμός. 

Και μέσα σε αυτούς, άλλες τόσες οικογένειες. Πατεράδες και μανάδες με δύο βρέφη στην αγκαλιά, ή με παιδιά πολύ μικρά για να αντέξουν αυτές τις αποστάσεις σε αυτές τις θερμοκρασίες. Μοιραία λοιπόν, το παιδί ήταν στην αγκαλιά του γονέα και στην ασφάλεια της αποκοιμώταν εξουθενωμένο από την ταλαιπωρία. Και ανάθεμα με, κοιμόντουσαν όλα τόσο αφημένα, με το κεφάλι να κρέμεται προς τα πίσω, που μέσα στον παραλογισμό των ημερών, έκανες τη μακάβρια σκέψη ότι οι γονείς τους τα κουβαλούσαν άψυχα κάτω από τον καυτό ήλιο. Αυτοί ήταν διαφορετικοί από τους έφηβους. Οι γονείς είχαν μια ανησυχία και μια εγρήγορση στο βλέμμα τους. Δεν ήταν μόνοι τους, δεν είχαν την άγνοια του κινδύνου, αλλά την πλήρη επίγνωση της ανάγκης για προστασία του παιδιού τους. 

Και άλλοι πολλοί, όλοι με ένα σακίδιο στην πλάτη στην καλύτερη περίπτωση ή και χωρίς αυτό, ταξιδεύοντας όσο πιο ελαφριά γίνεται, αφού φαντάζομαι ότι οι δουλέμποροι από την άλλη μεριά δεν τους έδιναν τη δυνατότητα έξτρα αποσκευής με λίγα παραπάνω ευρώ, όπως κάνουν οι αεροπορικές. Μια τσαντούλα με τα απαραίτητα ρούχα, άντε και ένα δεύτερο ζευγάρι παπούτσια και με όσα χρήματα μπορούσαν να έχουν μαζί τους με ασφάλεια, υπολογισμένα μέχρι το ευρώ, για να τους φτάσουν εκεί που θέλανε να πάνε. 

Υπολογισμένα μέχρι να συναντήσουν τον απατεώνα που σε κατάστημα της προκυμαίας, έβαλε τα πολύμπριζα στη σειρά τους χρέωνε 5 ευρώ (!) την κάθε φόρτιση για το κινητό τους! Ναι, ακριβώς έτσι έγινε. Υπολογισμένα μέχρι να βρουν τον Ελληνάρα πρατηριούχο που έβγαζε κράχτη στον κεντρικό δρόμο ο οποίος κουνούσε μια σκηνή πέρα δώθε, και την πουλούσε έναντι 35 ευρώ τη μια! Υπολογισμένα μέχρι να αράξει μπροστά τους ο γύφτος με το Datsun και να τους ζητήσει 50 ευρώ το κεφάλι για να τους πάει από τον Μόλυβο μέχρι το λιμάνι. Και πόσα άλλα. Η οργή και ο θυμός για την εκμετάλλευση αυτή πραγματικά περισσεύει, αλλά δεν είναι ίσως της ώρας για να αναθεματίσει κανείς. Έχω την ελπίδα ότι όποιος Θεός υπάρχει, θα τους το πληρώσει διπλό το κακό που έκαναν και ότι τα λεφτά που μάζεψαν από τον πόνο του άλλου, θα τα φάνε αλλού...      

Μερικά στρατόπεδα έκλεισαν και έγιναν στρατόπεδα συγκέντρωσης, με ψηλούς φράχτες και container, αλλά τουλάχιστον κάποια στιγμή άνοιξαν οι πόρτες τους και έτσι οι άνθρωποι μπόρεσαν να βγουν και να περπατήσουν ελεύθερα έξω. Η εικόνα και μόνο αυτών των στρατοπέδων, μου έφερε στη μνήμη σκηνές από πολεμικές ταινίες που περιέγραφαν παγκόσμιους πολέμους. Κοντά σε αυτά και οι αθάνατοι Έλληνες που έστησαν τις καντίνες τους στα πέριξ αυτών των χώρων και πουλούσαν φαγητό στον κόσμο, κάνοντας καλύτερες εισπράξεις από καντίνα μέσα σε ποδοσφαιρικό γήπεδο. Τουλάχιστον, αν το αντίτιμο ήταν το σωστό, αυτοί οι άνθρωποι, ακόμα κι αν κερδοσκοπούν πάνω στην ανάγκη, πρόσφεραν μια λύση, λίγο φαγητό. Αυτούς βεβαίως δε τους κυνήγησε κανείς, γιατί τους άλλους που προσπάθησαν χωρίς αντίτιμο να πάρουν μετανάστες και να τους κατεβάσουν στην πόλη για να απογραφούν, με τα πολιτικά τους αυτοκίνητα, τους πέρασαν αυτόφωρο...!

Τα ακριτικά νησιά μας, δε μπορούν να "αντέξουν" αυτό το κύμα μεταναστών. Δε μπορούν καν να λειτουργήσουν ως "καλοί αγωγοί" αυτών των περίπου 2.000.000 ανθρώπων που πέρασαν ή πρόκειται να περάσουν. Ακόμα κι αν κάποια όπως η Λέσβος είναι μεγάλα και περισσότερο οργανωμένα. Ακόμα και έτσι, είναι πολύ δύσκολο. Αλλά, όπως και να έχει, κατά πάσα πιθανότητα όλο αυτό είναι αναπόφευκτο. Κι έτσι, μέσα σε όλο αυτό, καλούμαστε όλοι μας σε όλη την Ελλάδα, να βοηθήσουμε με όποιο τρόπο γίνεται ώστε αυτοί οι άνθρωποι να περάσουν και να πάνε εκεί που θέλουν. Μην ανησυχείτε, δε ζήλεψαν τον ήλιο και τα νησιά. Δε θέλουν να μείνουν εδώ, κι αυτό μάλλον θα πρέπει να μας προβληματίζει και να μας στεναχωρεί, παρά να μας ανακουφίζει. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι εγκληματίες και δολοφόνοι. Είναι ελάχιστοι όσοι παρανομούν. Είναι άνθρωποι σαν όλους μας, που βρέθηκαν εκεί που το ίδιο εύκολα θα μπορούσαμε να είμαστε εμείς. 

Είναι ακόμα πιο δύσκολο σε τέτοιες ώρες εθνικής κρίσης να είναι κάποιος αλληλέγγυος με αυτούς τους ανθρώπους, μα νομίζω ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Προσωπικά, τις τελευταίες μέρες, περισσότερο σκέφτομαι αυτούς τους ανθρώπους παρά την φαρσοκωμωδία που παίζεται μπροστά στα μάτια μας. Θα πει κανείς ότι ίσως είναι πιο εύκολο να ασχολείσαι με προβλήματα άλλων παρά με τα δικά σου. Και σε κάτι τέτοιο βέβαια, θα μπορούσα να απαντήσω ότι αυτά είναι πραγματικά προβλήματα, ή τουλάχιστον πιο επείγοντα και βασικά. 

Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2015

Κοινωνικό-Πολιτικά Μέσα Δικτύωσης...

Κάθε αρθρογράφος, ξεκινώντας να γράψει κάτι, οτιδήποτε, έχει συνήθως μια χούφτα επιλογές για το πως θα χειριστεί το θέμα του. Τουλάχιστον όταν η πένα ή το πληκτρολόγιο είναι ελεύθερα και δεν "χορηγούνται" από κάπου. Μπορεί λοιπόν να πάει από τη μια ή την άλλη μεριά ενός ζητήματος ή μπορεί να το δει από ψηλά και να κρατήσει ουδέτερη στάση. Νομίζω πως κάπως έτσι ήταν κι αυτές οι μέρες στα κοινωνικά δίκτυα με το δημοψήφισμα. 

Κι αν θα μπορούσε κανείς να παρομοιάσει αυτή τη στάση του καθενός με κάτι, είναι λίγο σαν το λεωφορείο. Τα άκρα των απόψεων, είναι πάντα μπροστά, κοντά στον οδηγό. Είναι αυτοί που με το πρώτο φρενάρισμα σκάνε στο παρμπρίζ με τα μούτρα, γιατί είναι εκείνοι που εκτίθενται περισσότερο και που "ανοίγονται" πιο πολύ, διαλέγοντας ένα "στρατόπεδο" άποψης. Μετά, έχεις αυτούς που είναι στη μέση και κρατάνε μια μετριοπαθή/ειρηνική/δε τσακώνομαι με κανέναν στάση. Αυτοί που ότι και να γίνει, προλαβαίνουν στο απότομο φρενάρισμα και πιάνονται από τη χειρολαβή. Και μετά, έχεις αυτούς που είναι πίσω πίσω, που πιθανά δεν ασχολούνται καν όταν το κάθε ζήτημα είναι στα πάνω του, και βγαίνουν απλά μετά, εκ του ασφαλούς, έχοντας διαμορφώσει πια την επικρατούσα άποψη συνήθως. Και έτσι, είναι αυτοί που βγαίνουν στη στάση του λεωφορείου ατσαλάκωτοι.

Κάπως έτσι είναι και τα άρθρα ή τα ποσταρίσματα που διαβάζω αυτές τις μέρες. Κάποιοι σαν και μένα, λυσσάνε υπέρ του ΌΧΙ ή υπέρ του ΝΑΙ. Τσακώνονται, βρίζονται, διαγράφουν επαφές, μπλοκάρουν επαφές, ποστάρουν προκλητικά άρθρα (ή καλύτερα provocative όπως λένε και στο χωριό μου) και γενικά κοπανιούνται πρωί-βράδυ. Από την άλλη, είχαμε αυτούς που προσπαθώντας να κάνουν τη διαφορά, ή από άποψη (ή επειδή δεν είχαν άποψη για το θέμα), επικεντρώθηκαν στην ανάγκη για ομοψυχία και ομόνοια. Αν με ρωτάτε, νομίζω πως κι αυτές οι φωνές έχουν μια μικρή χρησιμότητα γιατί μας υπενθυμίζουν (σε αυτούς που δε το ξέρουν ήδη) είναι ότι καλό, πολιτισμένο και πρέπον, να κρατάμε τις διαμάχες σε ένα επίπεδο, εκεί που ακόμα είναι εποικοδομητικές και να μην ξεκατινιαζόμαστε. 

Μετά, έχεις αυτούς που δεν πήγαν ούτε από τη μια μεριά, ούτε από την άλλη, αλλά ούτε και στη μέση. Και που βγαίνουν μετά και ασχολούνται με ότι άσχετο μπορεί να είναι "δίπλα" από το ζήτημα για το οποίο έχει γίνει το "έλα να δεις και να θαυμάσεις", απλά για να πούνε κάτι. Σε αυτή την κατηγορία είναι και εκείνοι που απλά έμειναν στον πάγκο κατά τη διάρκεια του αγώνα και διαμόρφωσαν άποψη μετά τα γεγονότα, το οποίο είναι φρόνιμο και σοφό, μα θα μου επιτρέψετε να πω ότι δεν προσφέρει τίποτα στην συζήτηση και στην κατανόηση του θέματός, όταν τα πράγματα είναι στα φόρτε τους. 

Και σκέφτομαι μαζί με τα παραπάνω, πόσο καλό μας κάνει η ύπαρξη αυτών των κοινωνικών δικτύων. Πόσο πολύ όλα αυτά τα δίκτυα έχουν μετατραπεί σε μια σύγχρονη εκδοχή μιας εκκλησίας του δήμου ίσως. Πόσο βοηθάνε τελικά. Πόσο απέτρεψαν την παραπληροφόρηση (από όπου κι αν προέρχεται αυτή) και πόσο βοήθησαν τον καθένα μας να σχηματίσει άποψη και να καταλάβει λίγο καλύτερα, θέματα που πριν μερικά χρόνια αποτελούσαν αχαρτογράφητα νερά για όλους μας. Capital controls, τόκοι, δάνεια, ΕΚΤ, νομισματικές ενώσεις και πάει λέγοντας. Μάθαμε ιστορία που δεν είχαμε στο μυαλό μας και καταλάβαμε συσχετισμούς δυνάμεων που τους αγνοούσαμε επιδεικτικά ως τώρα. 

Γι' αυτό το λόγο είμαι αντίθετος στην "έννοια" που βλέπω να συζητιέται σαν "επαναστάτες του Facebook ή του Twitter". Το θεωρώ χαζό και αφελές να λέγεται κάτι τέτοιο για όλους όσοι έγραφαν ή έλεγαν την άποψη τους τόσες μέρες. Όσο μη-πολιτικοποιημένοι και αν ήταν, όσο κι αν κάποια από όσα έγραφαν ήταν αφελή και σε ένα πρώτο επίπεδο μόνο. Άλλωστε, δε μπορώ να πιστέψω ότι κανείς από όλους αυτούς που έγραφαν, δεν κατέβηκε σε συναντήσεις στο Σύνταγμα. Άρα, ο "καναπές" ακυρώνεται από την αρχή της κουβέντας. 

Εγώ προσωπικά βλέπω μια νέα έννοια μέσα στα κοινωνικά δίκτυα και αυτή είναι τα κοινωνικό-πολιτικά δίκτυα. Μέσα από ακρότητες κάποιες φορές, ναι, μέσα από νεύρα και πολλά κεφαλαία ή θαυμαστικά. Έστω και έτσι, έστω και αργά, φαίνεται να κινητοποιείται και να προβληματίζεται ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Ακόμα μεγαλύτερο από αυτό που ήδη το έκανε. Και πίσω από το χαμό των Selfies, των χορηγούμενων διαφημίσεων και των Check-in, αρχίζει να φαίνεται κάτι νέο, μια νέα χρήση που έχει πολύ ενδιαφέρον για αρχή... 

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2015

Ο χειρότερος μαθητής της τάξης!

Στο σχολείο, είχαμε καλούς και κακούς μαθητές. Υπήρχαν και τα φυτά, ένα από τα οποία ήμουν εγώ ο ίδιος, υπήρχαν οι μέτριοι αλλά και οι κακοί μαθητές. Αυτοί που για κάποιο λόγο είτε δεν ήθελαν είτε δε μπορούσαν να "πάρουν τα γράμματα", όπως λέει ο σοφός λαός. 

Στην τάξη είχαμε και τον Παύλο. Με τον Παύλο ήμαστε συμμαθητές από το δημοτικό. Καθόταν πάντα στο τελευταίο θρανίο, από 6-7 χρονών που τον θυμάμαι μέχρι τώρα στα 17, πάντα με το ίδιο βλέμμα αδιαφορίας για τα πάντα. Δε το γούσταρε το σχολείο. Έτσι απλά. Ωστόσο, με ένα μαγικό τρόπο, πάντα κατάφερνε να τσιμπήσει κάτι από την παράδοση και να ψευτογράψει 1-2 αράδες στις εξετάσεις, τόσο όσο χρειαζόταν για να περάσει την τάξη. Από όσο θυμόμουν, μόνο 2-3 δάσκαλοι είχαν καταφέρει να τον παρακινήσουν και να τον κάνουν να ασχοληθεί λίγο, αλλά μέχρι εκεί. Ήταν θαύμα και που είχε φτάσει μια τάξη πριν το τέλος του λυκείου. 

Δεν ήταν χαζός, ή κάτι τέτοιο, απλά φαινόταν να μην ήθελε να μπει στη γενικότερη διαδικασία. Για την ακρίβεια, έμπαινε στον κόπο να συμμετάσχει μόνο όταν ήταν κάτι που τον ενδιέφερε, ή όταν ήταν να μιλήσουμε για το που θα πάμε εκδρομή. Ήταν πρώτος στις καταλήψεις και συνήθως ο τελευταίος που έμπαινε στην τάξη μετά το διάλειμμα, αν έμπαινε γενικότερα. Ο πατέρας του Παύλου, ήταν ο κύριος Μιχάλης. Ο κύριος Μιχάλης ήταν από τους πιο πλούσιους Αθηναίους, πλοιοκτήτης, ο οποίος είχε φτιάξει μια μικρή αυτοκρατορία με πολύ κόπο και δουλειά και ήταν από τους ανθρώπους που έδιναν και βοηθούσαν. 

Ο κύριος Μιχάλης ήταν ο ευεργέτης όλου του δήμου. Αν δεν υπήρχε εκείνος με τις δωρεές του, τίποτα δε θα είχε γίνει. Έφτιαξε κλειστό γυμναστήριο και βοήθησε παιδιά να βρουν διεξόδους μέσα από τον αθλητισμό. Έφτιαξε δημόσια βιβλιοθήκη, δίνοντας πρόσβαση σε γνώση και βιβλία που δε θα μπορούσαν να αγοραστούν από τις φτωχές οικογένειες της περιοχής. Γενικά, θα έλεγε κανείς ότι ο δήμος χρωστούσε την εξέλιξη του και την ευημερία των τελευταίων είκοσι χρόνων στον κύριο Μιχάλη. Κι έτσι, οι δάσκαλοι και οι μετέπειτα καθηγητές του Παύλου, είχαν αποφασίσει, σιωπηρά, μεταξύ τους, να πάρουν τον Παύλο από το χέρι και να τον βοηθήσουν να βγάλει το σχολείο κουτσά στραβά. Άλλωστε, ήταν προορισμένος για μεγάλα πράγματα με τέτοια ιστορία πίσω του. 

Ωστόσο, κάποια στιγμή, ο Παύλος έφτασε στην τάξη που πια οι προφορικοί βαθμοί που αφειδώς του χάριζαν οι καθηγητές του στο παρελθόν, δεν μπορούσαν να τον σώσουν. Τώρα πια, έπρεπε να γράψει εξετάσεις σε πανελλήνιο επίπεδο και να αποδείξει τι μπορεί να κάνει ο ίδιος, χωρίς τα δεκανίκια του ονόματος του. Βέβαια, τον Παύλο δε τον ένοιαζε και πολύ για όλο αυτό. Ούτε τον πατέρα του τόσο, που ήταν πρακτικός άνθρωπος και ήξερε βαθιά μέσα του ότι το παιδί του δεν ήταν φτιαγμένο για σχολεία και σπουδές.

Η μάνα του Παύλου ήταν μια άλλη ιστορία. Η κυρία Ελένη δε μπορούσε να δεχτεί ότι ο γιος της δε μπορούσε. Ερχόταν κάθε φορά που παίρναμε ελέγχους στο σχολείο, φουσκωμένη σαν το παγόνι. Έφευγε πάλι με το κεφάλι ψηλά, αλλά με μια πίκρα που φαινόταν στο βλέμμα της. Διατηρούσε την ψευδαίσθηση ότι κάποια στιγμή ο Παύλος θα μεταμορφωνόταν στον καλύτερο μαθητή. Πλήρωνε φροντιστήρια, πλήρωνε ιδιαίτερα και άλλαζε δασκάλους στον κανακάρη της κάθε τέσσερις μήνες το λιγότερο! 

Δεν υπήρξε ούτε ένας φροντιστής που να την έβγαλε καθαρή περισσότερο από έξι μήνες. Από ότι μου έλεγε ο Παύλος, ερχόντουσαν όλοι στο σπίτι τις πρώτες δυο μέρες, τόσο σίγουροι για την ικανότητα τους. Και μετά από μερικές μέρες, όλοι κατέληγαν στο ότι το παιδί δεν είχε βάσεις και ότι έφταιγαν λίγο ή πολύ όλοι οι προηγούμενοι δάσκαλοι που τον είχαν φέρει ως εδώ. Μόνο ένας από τους τελευταίους φροντιστές είχε το θράσος να πει στη μάνα του την ωμή αλήθεια, ότι το παιδί δε θα έκανε ποτέ τίποτα, και εκείνη τον έδιωξε με τις κλωτσιές. Από την άλλη, ο Παύλος συνέχιζε να περνάει τις τάξεις, να απολαμβάνει τα λεφτά του μπαμπά και να γελάει με όλη την κατάσταση. 

Κάποια στιγμή, στις εξετάσεις της δεύτερης τάξης του λυκείου, ο Παύλος κόπηκε στα γραπτά. Δεν υπήρχε τίποτα που να μπορούσε να γίνει για να περάσει στην επόμενη τάξη και πιθανώς σε κάποιο τμήμα. Η μάνα του, ήρθε στο σχολείο λίγες μέρες μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων και φώναζε σε όλους τους καθηγητές. Ζητούσε κάτι να κάνουν για να περάσει το παιδί την τάξη και να μπορέσει να μπει σε μια σχολή τελειώνοντας του λύκειο. Απειλούσε θεούς και δαίμονες για αυτά που είχε προσφέρει ο άντρας της και που χάρη σε αυτά, μπορούσαν να κάνουν τη δουλειά τους όλοι οι δάσκαλοι. "Αν δεν ήμασταν εμείς, δε θα υπήρχατε ούτε εσείς", έφτασε να τους πει πάνω στο παραλήρημα της! Ακόμα και ότι τώρα πάνε χαμένοι οι κόποι του Παύλου και η πορεία που έκανε τόσα χρόνια στο σχολείο (εκεί μέχρι και ο Διευθυντής γέλασε). 

Το χαμό που έκανε τον σταμάτησε ο Παύλος ο οποίος άραζε με κάτι φίλους του κοντά στις μπασκέτες. Άκουσε τη φασαρία και ράθυμος έσυρε τα πόδια του μέχρι το γραφείο των καθηγητών όπου πήρε τη μάνα του από το χέρι και την έβγαλε έξω μιλώντας της πολύ ήρεμα. Της εξήγησε όλα εκείνα που μέχρι τότε διάλεγε να αγνοεί. Πόσο δεν ήταν για εκείνον όλο αυτό και πόσο ήθελε στην πραγματικότητα να κάνει κάτι άλλο με τη ζωή του. Της εξήγησε ότι κανείς δε χάνεται και ότι έχει δυνατότητες να κάνει πράγματα και έξω από αυτό το κομμάτι του συστήματος. Της έδωσε να καταλάβει πόσοι δρόμοι υπήρχαν, το ίδιο ή περισσότερο δύσκολοι, που όλοι όμως έβγαζαν κάπου καλύτερα. Την πήγε μέχρι την πόρτα και επέστρεψε στην παρέα του για να αράξει και πάλι. 

Δε ξέρω που είναι σήμερα ο Παύλος. Φαντάζομαι ότι δεν έχει μεγάλο πρόβλημα επιβίωσης έτσι κι αλλιώς, εξαιτίας των χρημάτων που είχε μαζέψει ο πατέρας του τα οποία έφταναν για πέντε ζωές. Τον είχα δει πριν μερικά χρόνια σε μια συνάντηση συμμαθητών και μου είχε πει ότι ασχολήθηκε με άλλα πράγματα μετά το σχολείο, κάνοντας από τον αγρότη, μέχρι τον ιδιοκτήτη καφετέριας και άλλες 2-3 δουλειές. Πιστεύω πολύ στο ότι κανείς δεν πάει χαμένος, ειδικά από τη στιγμή που καταλαβαίνει το ποιος είναι και το που πηγαίνει σε αυτή τη ζωή. Όταν δηλαδή βρίσκει την πυξίδα του. Όταν κανείς είναι χαμένος και έχει αυταπάτες για το ποιος είναι και τι μπορεί να γίνει, τότε έχει πραγματικό πρόβλημα. 

Και αναρωτιέμαι, μήπως ο Παύλος μοιάζει σε μια αναλογία με την Ελλάδα; Μήπως ο κύριος Μιχάλης δεν είναι η ιστορία μας και όλη μας η γεωπολιτική και πολιτιστική μας προίκα; Μήπως η μάνα του Παύλου, δεν είναι η φωνή του συνετού και του απαραίτητου; Η φωνή του φόβου ίσως..; Μήπως όπως υπάρχουν δρόμοι εκτός της συμβατικής εκπαίδευσης, έτσι υπάρχουν δρόμοι και έξω από μια ένωση που μόνο ένωση δεν είναι τελικά; Μήπως αυτό το σύστημα μας κράτησε μέσα του με νύχια και με δόντια, αλλά τελικά είμαστε τόσο περιθωριακοί όσο ο Παύλος; Μήπως μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο στηριζόμενοι σε αυτό που έχουμε μέσα μας; Μήπως απλά πρέπει να το πάρουμε απόφαση;