Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

Αυτή η πατρίδα μου ανήκει...

Πόσο εύκολο μπορεί να είναι για κάποιον να φύγει από εκεί που γεννήθηκε, από εκεί που μεγάλωσε, από εκεί που ερωτεύτηκε...; Πόσο εύκολο μπορεί να είναι για κάποιον και πόσο δύσκολο συνάμα, να αφήσει αυτή την "κακόμοιρη" Ελλάδα και να φύγει για άλλα μέρη... Δεν ξέρω πόσο εύκολο είναι για εσάς, αλλά αυτό που ξέρω και αυτό που συζητάω, είναι το γιατί δεν μπορώ και δεν θέλω να φύγω εγώ...

Αυτά τα χώματα μυρίζουν. Μυρίζουν αίμα και άνοιξη ταυτόχρονα, φωνάζουν και σιωπούν, τρέφουν εγκληματίες και αγίους. Αυτός ο τόπος γέννησε παιδιά και σταυρώθηκε από αυτά, πίστεψε υποσχέσεις και έτρεξε σε πορείες, μόνο για να ανακαλύψει ότι μάταια φώναξε και ότι οι ίδιοι που τον έβγαλαν στο δρόμο ήταν αυτοί που τον πούλησαν. Είναι καμιά παγκόσμια αλήθεια αυτό; Όχι. Αυτό συμβαίνει όπου υπάρχουν άνθρωποι. Όσο βαθιά κι αν μπει κανείς σε μια τέτοια ανάλυση, το ερώτημα πάντα παραμένει το ίδιο αμείλικτο και συνάμα ατομικό. Τι κάνω εγώ για αυτό;

Εγώ λοιπόν, αυτή τη χώρα δεν την αφήνω. Δεν θα την αφήσω κι ας ανήκω σε μια ηλικία τέτοια που μπορώ να το κάνω ευκολότερα τώρα από ποτέ. Και ξέρεις, έχω όλα τα εφόδια και τα τυπικά (άχρηστα) προσόντα για να το κάνω. Δεν σου λέω ψέμματα, είναι όλα κορνιζαρισμένα και στριμωγμένα σ' ένα τοίχο σ' ένα διαμέρισμα στον Ταύρο... Αλλά δεν θα το κάνω. Δεν φεύγω...

Δεν φεύγω γιατί λίγους δρόμους κάτω από το Θησείο, έκανα την πρώτη μου βόλτα πιασμένος χέρι χέρι με μια κάποια Δανάη. Γιατί σε κάτι χαμένα καφέ στα Εξάρχεια και στην Φωκίωνος Νέγρη, ήπια τους πρώτους φοιτητικούς καφέδες και γιατί στην Πλάκα, ένα καλοκαίρι έψαχνα μια κοπέλα με ένα λουλούδι στο χέρι εκεί στους Αέρηδες. Γιατί σε κάτι σπαρμένα κομμάτια γης στο Αιγαίο μύρισα καλοκαίρια, γιασεμί και ασβέστη και κατηφόρισα στην παραλία με δυο ρακέτες και μια πετσέτα.

Γιατί στη Ρόδο ένιωσα να μπαίνω σε ένα άλλο σύμπαν κάπου διακόσια χρόνια πίσω, γιατί στην Θεσσαλονίκη πάντα αισθάνομαι δύο πόντους ψηλότερος και γιατί ταξίδεψα σε μια νύχτα στη Χαλκιδική για να δω δεκαπέντε λεπτά μιας συναυλίας πριν αναγκαστώ από διακοπή ρεύματος να γυρίσω πάλι σε μια νύχτα στην Αθήνα. Γιατί αυτός ο τόπος έχει τον τρόπο να με κάνει στιγμές να αισθάνομαι τόσο μικρός και άλλες να νομίζω ότι μπορώ να πηδήξω πάνω από τον Όλυμπο με ένα άλμα.

Γιατί στον Πλαταμώνα άνοιξε κάποτε ένα παράθυρο και ταξίδεψα μέσα του ένα ολόκληρο καλοκαίρι. Γιατί στη Μυτιλήνη έχω πάντα ένα φίλο που κάθε φορά τρέχω να τον δω με την ίδια χαρά όπως την πρώτη φορά. Και ξέρεις κάτι άλλο; Εγώ σε αυτόν τον τόπο, έμαθα να ονειρεύομαι με τα μάτια ανοιχτά, κάτι μεσημέρια κάτω από κληματαριές και κάτι βράδια κάτω από τα αστέρια με μια μπύρα στο χέρι. Κι ας ήταν στιγμές που έχω νιώσει τόσο μόνος, πάντα είχε ένα τρόπο αυτή μου τη μοναξιά να την μοιράζεται. Μου φτάνει καμιά φορά, έτσι πνιγμένος που ζω στην Αθήνα, να ανέβω μέχρι το Λυκαβηττό για να νιώσω ότι μπορώ να κάνω ένα βήμα από εκείνο το βράχο για να πετάξω μέχρι το Σούνιο και μετά πάλι πίσω...

Δεν θα την αφήσω την Ελλάδα αγαπητέ κύριε... Ναι, σε εσάς μιλάω που ίσως να είστε εκείνος που θέλει να με διώξει, ίσως να είστε ο πατέρας που θα θέλατε και το παιδί σας να φύγει, ίσως να είστε αυτός που με απαξιώνει τόσο ώστε να βάζει στοίχημα ότι θα φύγω... Όχι... Αυτή η πατρίδα μου ανήκει... Μου ανήκει στο ποσοστό που μου κληροδότησε ο παππούς μου πριν τέσσερα χρόνια, μου ανήκει στο μερίδιο που θα μου αφήσει ο πατέρας μου και το οποίο πρέπει να παραδώσω τουλάχιστον ίδιο, αν όχι μεγαλύτερο, στο δικό μου παιδί.

Σ' αυτή την πατρίδα έχω ορίσει ότι μπορεί να ξέρω για αυτό το πράγμα που λέγεται ζωή. Σ' αυτή την πατρίδα που ξενυχτάει, που αργεί στη δουλειά, που λιάζεται και που μαραίνεται ταυτόχρονα, σ' αυτήν ανήκω και αυτή μου ανήκει... Και δεν τη χαρίζω σε κανέναν σας.